ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΚΕΔΡΟΥ

Από The Stelios Files

ΣΤΟΝ ΠΑΛΙΟ ΚΑΙΡΟ, πριν από δυο χιλιάδες χρόνια, ζούσε ένας πλούσιος άνθρωπος που είχε μιαν όμορφη κι ευλαβική γυναίκα. Κι είχαν μεγάλη αγάπη μεταξύ τους, μόνο που ο Θεός δεν τους είχε χαρίσει παιδιά. Και το μαράζι τούς έτρωγε κι η γυναίκα παρακαλούσε μέρα-νύχτα ν’ αποχτήσει ένα παιδάκι. Αλλά άδικα πήγαιναν όλες οι προσευχές και τα παρακάλια. Στο σπίτι τους μπροστά είχαν μιαν αυλή, μ’ έναν ψηλό κέδρο στη μέση της. Μια μέρα του χειμώνα λοιπόν κάθισε η γυναίκα κάτω απ’ τον κέδρο και καθάρισε ένα μήλο να το φάει. Εκεί που καθάριζε το μήλο, έκοψε το δάχτυλο της και το αίμα της έσταξε στο χιόνι.

-«Αχ», αναστέναξε η γυναίκα, όταν το είδε. «Ας είχα κι εγώ ένα παιδάκι, κόκκινο σαν το αίμα και άσπρο σαν το χιόνι». Δεν πρόλαβε ν’ αποσώσει το λόγο της, κι ένιωσε χαρά μεγάλη να την πλημμυρίζει, λες κι η ευχή της είχε κιόλας βγει αληθινή. Μπήκε λοιπόν στο σπίτι της και πέρασε ένας μήνας και το χιόνι έλιωσε. Πέρασε κι άλλος μήνας κι όλα πρασίνισαν. Πέρασε τρίτος μήνας κι η γη άνθισε. Πέρασε τέταρτος μήνας και τα δέντρα φούντωσαν και τα κλαδιά τους πλέχτηκαν το 'να με τ’ άλλο σφιχτά και τα πουλάκια κελαηδούσαν τόσο που αντηχούσε ολόκληρο το δάσος και τ ανθισμένα δέντρα έδεναν καρπούς. Πέρασε κι ο πέμπτος μήνας κι η γυναίκα κάθισε πάλι κάτω απ’ τον κέδρο κι όλα γύρω είχαν τέτοια ευωδιά που η καρδιά της κόντευε να σπάσει από την ευτυχία και τα γόνατα της λύγισαν. Κι όταν πέρασε κι ο έκτος μήνας, τα φρούτα είχαν δέσει κι είχαν ωριμάσει η γυναίκα όμως μελαγχόλησε και δεν μιλούσε. Πέρασε κι ο έβδομος μήνας κι η γυναίκα έκοψε τους καρπούς του κέδρου και τους έφαγε με βουλιμία κι η θλίψη της μεγάλωσε κι έπεσε άρρωστη στο στρώμα. Κι όταν πέρασε κι ο όγδοος μήνας, φώναξε τον άντρα της και του είπε κλαίγοντας:

-«Σαν πεθάνω, θέλω να με θάψεις κάτω απ’ τη ρίζα του κέδρου».

Κι από τότε ξαναβρήκε την παρηγοριά και τη χαρά της, ώσπου πέρασε και ο ένατος μήνας και γέννησε ένα αγοράκι κάτασπρο σαν το χιόνι και κόκκινο σαν το αίμα. Το είδε η γυναίκα και χάρηκε τόσο που πέθανε.

Ο άντρας της την έθαψε κάτω απ’ τη ρίζα τού κέδρου κι άρχισε να την κλαίει. Άλλο δεν έκανε παρά να κλαίει για το χαμό της γυναίκας του. Πέρασε καιρός πολύς, κι αυτός όλο την έκλαιγε. Και πέρασε κι άλλος καιρός, και κάπως μαλάκωσε ο πόνος του. Κι άλλος καιρός πολύς πέρασε, και τέλος παντρεύτηκε μιαν άλλη γυναίκα.

Η δεύτερη γυναίκα του τού 'κανε μια κόρη. Κι ο γιος του, απ’ την πρώτη γυναίκα, μεγάλωνε κι ήταν όμορφος, άσπρος σαν το χιόνι, με μάγουλα κόκκινα σαν το αίμα. Η μάνα αγαπούσε πολύ την κορούλα της και μόλις την έβλεπε η καρδιά της φτερούγιζε. Κάθε όμως που αντίκριζε το όμορφο αγόρι, η καρδιά της σφιγγόταν κι ένιωθε πως το 'χε διαρκώς εμπόδιο μέσα στα πόδια της και δεν ήξερε πώς να τα καταφέρει, να το βγάλει απ’ τη μέση και ν’ αφήσει όλη την περιουσία στη θυγατέρα της. Και ο Σατανάς ο ίδιος χώθηκε μέσα της και την κέντριζε να δέρνει και να βασανίζει το καημένο το αγόρι, τόσο που το δύστυχο ζούσε διαρκώς μέσα στο φόβο. Μόλις γύριζε απ’ το σχολείο στο σπίτι, δεν είχε ούτε ένα λεπτό ησυχία.

Μια μέρα καθόταν η μάνα πάνω στην κάμαρα της και έτρωγε ένα μήλο. Ήρθε τότε η όμορφη κορούλα της και της είπε:

-«Μάνα, δες’ μου κι εμένα ένα μήλο!»

-«Ναι, παιδί μου», αποκρίθηκε η μάνα κι έψαξε το καλύτερο μήλο στο κασόνι και της το 'δωσε. Το κασόνι είχε μεγάλο και βαρύ καπάκι. Κι η κλειδωνιά του ήταν από σίδερο κοφτερό.

-«Μάνα», είπε το κοριτσάκι. «Δεν θα δώσεις ένα μήλο και για τον αδελφό μου;»

Η γυναίκα στενοχωρήθηκε, αλλά δεν το φανέρωσε:

-«Ναι, παιδί μου απάντησε. «Όταν έρθει από το σχολείο, θα του δώσω». Και κοίταξε από το παράθυρο και είδε το αγόρι να 'ρχεται και ο Σατανάς μπήκε μέσα της. Αμέσως άρπαξε το μήλο πού 'χε δώσει στην κόρη της και της είπε:

-«Δεν θα το φας, πριν δώσω ένα και στον αδερφό σου». Και το 'ριξε πίσω στο κασόνι και βρόντησε με δύναμη το καπάκι. Το αγόρι μπήκε μέσα κι εκείνη, με τον Σατανά μέσα της, του μίλησε γλυκά και του είπε:

-«Γιόκα μου, θέλεις ένα μηλαράκι;» Και τον κοίταξε τόσο άγρια που τον τρόμαξε. Το παιδί απόρησε:

-«Μάνα, πώς έγινες έτσι; Σε φοβάμαι!» Κι ύστερα λαχτάρησε το μήλο και είπε: «Ναι, το θέλω το μήλο!»

Η γυναίκα τότε τον πήρε απ’ το χέρι, πήγε στο κασόνι με τα μήλα, το άνοιξε και του είπε:

-«Διάλεξε μόνος σου».

Έσκυψε το αγοράκι κι η γυναίκα, που είχε τον Σατανά μέσα της, έκλεισε με δύναμη το καπάκι και τού 'κοψε το κεφάλι, που κύλησε κι έπεσε μέσα στα κόκκινα μήλα. Φόβος μεγάλος την έπιασε τότε κι έλεγε με το νου της:

-«Αχ, πώς να διώξω από πάνω μου αυτό που έκανα!»

Μια και δυο τρέχει στην άλλη κάμαρα, ανοίγει το ντουλάπι και παίρνει το άσπρο της μαντίλι. Ύστερα βάζει το κομμένο κεφάλι πάλι στη θέση του και το δένει με το μαντίλι, έτσι που τίποτα δεν φαινόταν. Καθίζει το αγόρι σε μια καρέκλα μπροστά στην πόρτα και του βάζει κι ένα μήλο στο χέρι. Ύστερα πήγε στην κουζίνα κι άρχισε να ανακατεύει το φαγητό στο τσουκάλι. Σε λίγο ήρθε κι η κορούλα της, η Μαρλένα, και της είπε:

-«Μανούλα, ο αδερφός μου κάθεται μπροστά στην πόρτα κι είναι χλομός, σαν πεθαμένος. Κρατάει κι ένα μήλο στα χέρια του. Κι όταν του το γύρεψα, απάντηση δεν μού 'δωσε. Μανούλα, φοβάμαι».

-«Άντε ξανά να του το γυρέψεις», της είπε τότε η Μάνα. «Κι αν πάλι δεν σου δώσει απάντηση, δώσ' του ένα χαστούκι!»

Πήγε λοιπόν η μικρή Μαρλένα και είπε:

-«Αδερφέ μου, δώσε μου το μήλο!»

Εκείνος όμως δεν έβγαλε λέξη απ’ τα χείλια του. Τού' δωσε τότε η μικρή ένα χαστούκι και το κεφάλι του έπεσε και κατρακύλησε στο χώμα. Φοβήθηκε τότε η μικρή κι έβαλε τα κλάματα κι έτρεξε στη μάνα της και είπε:

-«Αχ, μανούλα, έδωσα μια στον αδερφό μου και τού 'κοψα το κεφάλι!» Κι έκλαιγε με μαύρο δάκρυ και ήταν απαρηγόρητη.

-«Αχ, Μαρλένα, τι πήγες κι έκανες!», είπε η μάνα «Τώρα πια τίποτα δεν γίνεται. Το κακό δεν διορθώνεται. Σώπα όμως, ησύχασε, να μην τ’ ακούσει κανείς κι εγώ δεν θα σε φανερώσω. Και τον αδερφό σου θα τον ρίξουμε στο τσουκάλι με το φαγητό και κανείς δεν θα το πάρει χαμπάρι».

Και πήρε το κορμάκι του όμορφου αγοριού, το 'κοψε κομμάτια και το 'ριξε μέσα στην κόκκινη σάλτσα και το μαγείρεψε. Κι η Μαρλένα όλη την ώρα δεν το κούνησε από δίπλα της. Όρθια στεκόταν κι έκλαιγε πικρά και τα δάκρυα της κυλούσαν κι έπεφταν μέσα στο τσουκάλι. Κι ήταν τόσο πολλά που καθόλου αλάτι δεν έριξαν στο φαγητό.

Ήρθε καμιά φορά ο πατέρας στο σπίτι, κάθισε στο τραπέζι και είπε:

-«Πού είναι ο γιος μου;»

Κι η μάνα δεν απάντησε, μόνο έφερε στο τραπέζι το τσουκάλι με το φαγητό. Κι η Μαρλένα έκλαιγε κι αδύνατον να σταματήσει τα δάκρυα της.

-«Πού είναι ο γιος μου;», ρώτησε πάλι ο πατέρας.

-«Αχ, έφυγε!» είπε τότε η μάνα. «Πάει στην εξοχή, στη θείτσα του, να μείνει κοντά της λίγον καιρό».

-«Τι δουλειά έχει εκεί; », ρώτησε πάλι ο άντρας. «Κι έφυγε έτσι; Κι ούτε που με χαιρέτησε;»

-«Ω, ήθελε τόσο πολύ να φύγει!», είπε η γυναίκα. «Και με παρακαλούσε τόσο, που στο τέλος τον άφησα να πάει. Θα μείνει έξι βδομάδες εκεί. Ασ’ τον, θα περάσει καλά στην εξοχή».

-«Δεν μ αρέσει έτσι που έφυγε», είπε πάλι ο άντρας. «Στενοχωριέμαι που δεν περίμενε καν να με χαιρετήσει!» Και μ’ αυτά τα λόγια άρχισε να τρώει. Κι ύστερα στάθηκε πάλι και είπε:

-«Μαρλένα, γιατί κλαις; Αφού ο αδερφός σου γρήγορα θα γυρίσει!» Κι αμέσως μετά γύρισε στη γυναίκα του:

-«Βρε γυναίκα, τι νόστιμο που το 'χεις κάνει σήμερα το φαγητό! Βάλε μου λίγο ακόμα!»

Κι όσο έτρωγε τόσο άνοιγε όρεξη του κι όλο περισσότερο γύρευε: «Δώσε μου κι άλλο! Όλο μόνος μου θα το φάω και κανενός δεν δίνω!» Κι έτρωγε κι έτρωγε και δεν έλεγε να σταματήσει. Κι όταν το 'φαγε όλο το φαγητό, έγλειψε και τα κόκαλα και τα πέταξε κάτω απ’ το τραπέζι.

Η μικρή Μαρλένα όμως πήγε στο ντουλαπάκι της, διάλεξε το πιο όμορφο μεταξωτό μαντίλι της, μάζεψε όλα τα κοκαλάκια κάτω απ’ το τραπέζι, τα τύλιξε μέσα στο μαντίλι και το 'δεσε κόμπο. Μετά βγήκε έξω κλαίγοντας και πήγε και τ’ ακούμπησε στο χορτάρι κάτω από τον κέδρο. Κι εκεί ξάφνου ένιωσε την καρδιά της ν’ αλαφρώνει κι η λύπη της πέρασε κι έσβησε. Και σταμάτησε τα κλάματα. Ο κέδρος τότε άρχισε να σαλεύει τα κλαδιά του, να τ’ ανοίγει και να τα κλείνει, σαν άνθρωπος που λαχταρούσε ν’ αγκαλιάσει κάποιον αγαπημένο του.

Μετά ένα πέπλο ομίχλης κατέβηκε και τύλιξε το δέντρο και μέσα στην ομίχλη έκαιγε μια λαμπρή φωτιά κι από τη φωτιά ξεπήδησε ένα πανέμορφο πουλί, που πέταξε ψηλά στον ουρανό κελαηδώντας γλυκά. Κι όταν το πουλί χάθηκε στα σύννεφα, ο κέδρος ξανάγινε όπως και πρώτα. Αλλά το μαντιλάκι με τα κόκαλα είχε γίνει άφαντο. Κι η μικρή Μαρλένα ήταν χαρούμενη κι ανάλαφρη, σαν να ξέρε πως ο αδερφούλης της ζούσε πάλι όπως και πρώτα. Γύρισε λοιπόν στο σπίτι, κάθισε στο τραπέζι κι έφαγε το φαγητό της με όρεξη.

Το πουλί τώρα, πέταξε μακριά κι ύστερα κατέβηκε στο σπίτι ενός χρυσοχόου, κάθισε στη σκεπή κι άρχισε να τραγουδάει μ’ ανθρώπινη λαλιά:

«Η μάνα μου μ' έκοψε
κι ο πατέρας μου μ' έχαψε.
Και τα κοκαλάκια μου
η αδερφή μου τα έθαψε.
Σε μαντιλάκι μεταξωτό
κάτω απ' τον κέδρο το φουντωτό. Τσίου, τσίου, να χαρώ
που είμαι πουλάκι όμορφο!»

Ο χρυσοχόος ήταν σκυφτός στον πάγκο του και δούλευε μιαν όμορφη χρυσή αλυσίδα. Κι εκεί που δούλευε, άκουσε το πουλάκι που είχε καθίσει στη σκεπή του και τραγουδούσε μ’ ανθρώπινη λαλιά. Τόσο όμορφο και τόσο γλυκό του φάνηκε το τραγούδι του που σηκώθηκε και βγήκε έξω να δει τον τραγουδιστή. Απ’ τη βιασύνη του έχασε τη μια του την παντούφλα κι έφτασε καταμεσής στο δρόμο ξυπόλυτος και ξεκάλτσωτος, κρατώντας ακόμα στα χέρια του τη χρυσή αλυσίδα που δούλευε. Ο ήλιος έλαμπε από πάνω τους κι ο χρυσοχόος μίλησε στο πουλί και είπε:

-«Αχ, πουλάκι, τι όμορφα που τραγουδάς ! Για ξαναπές μου αυτό το τραγουδάκι!»

-«Α, όχι», αρνήθηκε το πουλί. «Δυο φορές τζάμπα δεν τραγουδάω. Αν θέλεις να το ξανακούσεις, πρέπει να μου δώσεις τη χρυσή αλυσίδα που κρατάς».

-«Εντάξει», είπε ο χρυσοχόος. «Πάρ’ τη. Μόνο τραγούδησε μου άλλη μια φορά το τραγουδάκι σου».

Κατέβηκε τότε το πουλάκι και πήρε την αλυσίδα στο δεξί του ποδαράκι. Ύστερα κάθισε μπροστά στο χρυσοχόο και τραγούδησε:

«Η μάνα μου μ' έκοψε
κι ο πατέρας μου μ' έχαψε.
Και τα κοκαλάκια μου
η αδερφή μου τα έθαψε.
Σε μαντιλάκι μεταξωτό
κάτω απ' τον κέδρο το φουντωτό. Τσίου, τσίου, να χαρώ
που είμαι πουλάκι όμορφο!»

Μετά πέταξε το πουλάκι και κατέβηκε στο σπίτι ενός παπουτσή και κάθισε στη σκεπή και κελάηδησε:

«Η μάνα μου μ' έκοψε
κι ο πατέρας μου μ' έχαψε.
Και τα κοκαλάκια μου
η αδερφή μου τα έθαψε.
Σε μαντιλάκι μεταξωτό
κάτω απ' τον κέδρο το φουντωτό. Τσίου, τσίου, να χαρώ
που είμαι πουλάκι όμορφο!»

Ο παπουτσής τ’ άκουσε κι έτρεξε στην πόρτα μισόγυμνος. Σήκωσε τα μάτια στη σκεπή κι έφερε την παλάμη του αντήλιο, γιατί το φως ήταν δυνατό και τον στράβωνε. Είδε τότε το πουλάκι και του είπε:

-«Τι όμορφα που τραγουδάς!» Κι αμέσως φώναξε και τη γυναίκα του: «Γυναίκα, κατέβα ν’ ακούσεις ένα πουλάκι, τι όμορφα που τραγουδάει μ’ ανθρώπινη λαλίτσα!» Και φώναξε και τη θυγατέρα του και τ’ αγόρια του και τους παραγιούς του και τις δούλες του. Βγήκαν όλοι στο δρόμο και θαύμαζαν το πουλί, πόσο όμορφο ήταν με τα κόκκινα και πράσινα φτερά του. Και στο λαιμό γυάλιζαν τα πούπουλα σαν να 'ταν καθαρό χρυσάφι. Και τα μάτια του έλαμπαν σαν άστρα.

-«Πουλάκι», είπε ο τσαγκάρης. «Πες μας πάλι το τραγούδι σου!»

-«Α, όχι», αποκρίθηκε το πουλί. «Δυο φορές τζάμπα δεν τραγουδώ. Πρέπει να μου κάνετε ένα δώρο!»

-«Γυναίκα», είπε τότε ο παπουτσής. «Πήγαινε μέσα και στο πάνω ράφι θα βρεις ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια. Άντε και φέρ’ τα μου». Η γυναίκα του πήγε κι έφερε τα παπούτσια.

-«Πάρ’ τα, πουλάκι!», είπε ο τσαγκάρης. «Και πες μας πάλι το τραγούδι σου!» Το πουλί κατέβηκε, πήρε τα παπούτσια στο αριστερό του ποδαράκι, πέταξε πάλι στη σκεπή και τραγούδησε:

«Η μάνα μου μ' έκοψε
κι ο πατέρας μου μ' έχαψε.
Και τα κοκαλάκια μου
η αδερφή μου τα έθαψε.
Σε μαντιλάκι μεταξωτό
κάτω απ' τον κέδρο το φουντωτό. Τσίου, τσίου, να χαρώ
που είμαι πουλάκι όμορφο!»

Κι όταν τέλειωσε το τραγούδι του, πέταξε κι έφυγε μακριά. Στ’ αριστερό του ποδαράκι κρατούσε τα παπούτσια και στο δεξί τη χρυσή την αλυσίδα. Και πέταξε, πέταξε ,ώσπου έφτασε σ’ ένα μύλο κι οι μυλόπετρες γύριζαν: «κλιπ κλαπ, κλιπ κλαπ, κλιπ κλαπ». Και μέσα στο μύλο ήταν είκοσι παραγιοί, που πελεκούσαν μια πέτρα με τα σφυριά τους: «τοκ τοκ, τοκ τοκ, τοκ τοκ» . Κι ο μύλος γύριζε: «κλιπ κλαπ, κλιπ κλαπ, κλιπ κλαπ». Κάθισε τότε το πουλάκι στα κλαδιά μιας φλαμουριάς κι άρχισε να τραγουδάει:

«Η μάνα μου μ’ έκοψε»

Κι ο πρώτος παραγιός σταμάτησε να πελεκάει την πέτρα.

«κι ο πατέρας μου μ’ έχαψε».

Κι άλλοι δυο σταμάτησαν τη δουλειά τους κι άρχισαν ν’ αφουγκράζονται.

«Και τα κοκαλάκια μου»

Τέσσερις ακόμα παράτησαν τα σφυριά τους.

«η αδερφή μου τα έθαψε».

Εκεί σταμάτησαν άλλοι οχτώ.

«Σε μαντιλάκι μεταξωτό

κάτω απ' τον κέδρο το φουντωτό ».

Έξι δούλευαν πια μέσα στο μύλο.

Σε μαντιλάκι μεταξωτό

κάτω απ τον κέδρο το φουντωτό. Τσίου, τσίου, να χαρώ

που είμαι πουλάκι»

Ένας μοναχός του πελεκούσε ακόμα την πέτρα.

«όμορφο!»

Τότε, ακούγοντας τον τελευταίο στίχο, σταμάτησε και ο τελευταίος.

-«Αχ, πουλάκι, τι όμορφα που τραγουδάς!», είπε. «Ξαναπές μου το τραγούδι σου, γιατί δεν πρόλαβα να τ’ ακούσω!»

-«Α, όχι», είπε το πουλί. «Δυο φορές τζάμπα δεν τραγουδάω. Δώσε μου τη μυλόπετρα κι εγώ θα σου τραγουδήσω».

-«Αν ήταν στο χέρι μου θα σου την έδινα. Αλλά δεν είναι μονάχα δική μου», είπε το παλικάρι.

-«Ας την πάρει!», φώναξαν τότε μ’ ένα στόμα όλοι οι παραγιοί του μυλωνά. «Ας την πάρει κι ας τραγουδήσει!»

Κατέβηκε τότε το πουλί και τα είκοσι παλικάρια σήκωσαν τη μυλόπετρα και: «ώωωπ ,ώωωπ!» την πέρασαν απ’ την τρύπα της στο λαιμό του, σαν να του φορούσαν περιδέραιο. Ανέβηκε τότε το πουλί ξανά στα κλαδιά της φλαμουριάς και τραγούδησε:

«Η μάνα μου μ' έκοψε
κι ο πατέρας μου μ' έχαψε.
Και τα κοκαλάκια μου
η αδερφή μου τα έθαψε.
Σε μαντιλάκι μεταξωτό
κάτω απ' τον κέδρο το φουντωτό. Τσίου, τσίου, να χαρώ
που είμαι πουλάκι όμορφο!»

Κι όταν τέλειωσε το τραγούδι του, άνοιξε τα φτερά του και πέταξε μακριά, με τα παπουτσάκια και την αλυσίδα στα πόδια του και τη μυλόπετρα στο λαιμό του. Κι έτσι φορτωμένο γύρισε στο σπίτι του πατέρα του.

Βρήκε τον πατέρα του και τη μάνα και τη μικρή Μαρλένα καθισμένους γύρω απ’ το τραπέζι. Κι ο πατέρας είπε:

-«Α, τι καλά που νιώθω ξαφνικά. Για μια στιγμή καθάρισε τελείως το μυαλό μου κι έγινα άλλος άνθρωπος».

-«Εγώ πάλι», είπε η μάνα, «σκοτείνιασα από το φόβο μου, λες κι έρχεται μπόρα βαριά και καταιγίδα».

Κι η μικρή Μαρλένα κάθισε στη γωνίτσα της και έκλαιγε, όλο έκλαιγε. Ήρθε λοιπόν το πουλάκι και κάθισε στη σκεπή.

-«Αχ», αναστέναξε ο πατέρας. «Τι καλά που νιώθω! Κι ο ήλιος λάμπει σήμερα κι ο κόσμος είναι όμορφος κι εγώ χαίρομαι, λες και πρόκειται να συναντήσω κάποιον παλιό κι αγαπημένο μου φίλο».

-«Εμένα όμως σφίγγεται η ψυχή μου», είπε η γυναίκα του. «Τα δόντια μου χτυπάνε και στις φλέβες μου φωτιά κυλάει αντί για αίμα!» Κι άνοιξε το γιακά της για να μπορέσει ν’ ανασάνει. Κι η μικρή Μαρλένα στη γωνιά της έκλαιγε κι έκλαιγε και κυλούσαν τα δάκρυα της στην ποδίτσα της, ώσπου τη μούσκεψαν ολότελα.

Το πουλί τότε πέταξε και κάθισε στα κλαδιά του κέδρου και τραγούδησε:

«Η μάνα μου μ’ έσφαξε»

Η μάνα τότε βούλωσε τ’ αυτιά της και δεν ήθελε ούτε ν’ ακούει ούτε να βλέπει. Αλλά βουή τρύπησε τ’ αυτιά της κι αστραπή τρύπησε τα μάτια της.

«κι ο πατέρας μου μ’ έχαψε».

-«Αχ, γυναίκα», είπε τότε ο άντρας. «Εκεί έξω έχει καθίσει ένα όμορφο πουλάκι, που τραγουδάει γλυκά. Κι ο ήλιος λάμπει κι ολούθε έρχεται μοσχοβολιά, σαν να μυρίζει τ’ αεράκι κανέλα».

«Και τα κοκαλάκια μου η αδερφή μου τα έθαψε».

Η μικρή Μαρλένα έκρυψε τότε το προσωπάκι της στα γόνατα της κι άρχισε να κλαίει με αναφιλητά. Κι ο πατέρας είπε:

-«Πάω έξω, θέλω να δω από κοντά αυτό το πουλί».

-«Μην πας, άντρα μου!», φώναξε η γυναίκα. «Μου φαίνεται πως το σπίτι τρέμει συθέμελα και σωριάζεται μέσα στις φλόγες!»

Ο άντρας όμως βγήκε και πήγε να δει το πουλάκι από κοντά.

«Σε μαντιλάκι μεταξωτό κάτω απ’ τον κέδρο το φουντωτό. Τσίου, τσίου, να χαρώ,

που είμαι πουλάκι όμορφο!»

Και με την τελευταία τρίλια αφήνει το πουλί την αλυσίδα απ’ το ποδαράκι του, που πέφτει ίσια γύρω στο λαιμό του πατέρα και στέκεται εκεί. Γυρίζει ο άντρας στο σπίτι και μπαίνει μέσα και λέει:

-«Τι καλό πουλάκι είναι αυτό ! Κοιτάχτε μιαν όμορφη αλυσίδα που μου χάρισε. Κι είναι πανέμορφο!»

Η γυναίκα του όμως τα 'χει πια χάσει απ’ το φόβο της: πανικόβλητη τρέχει μια από δω και μια από κει μέσα στο σπίτι, ώσπου απ’ την αγωνία της πέφτει κατάχαμα και χάνει το σκουφί της. Την ίδια στιγμή το πουλί ξαναρχίζει να τραγουδάει:

«Η μάνα μου μ’ έσφαξε»

-«Αχ», έμπηξε τις φωνές η γυναίκα. «Ας ήμουνα χίλια μέτρα κάτω απ’ το χώμα, να μην τ’ ακούω, έτσι που λαλεί!»

«κι ο πατέρας μου μ’ έχαψε».

Σωριάζεται κάτω η γυναίκα, άσπρη σαν πεθαμένη.

«Και τα κοκαλάκια μου η αδερφή μου τα έθαψε».

-«Θά 'βγω κι εγώ έξω», λέει τότε η μικρή Μαρλένα. «να δω αν θα μου χαρίσει κι εμένα τίποτα το πουλάκι». Κι αμέσως έτρεξε έξω στην αυλή.

«Σε μαντιλάκι μεταξωτό κάτω απ’ τον κέδρο το φουντωτό.»

λέει το πουλί και της ρίχνει τα κόκκινα παπούτσια.

Τσίου, τσίου, να χαρώ, που είμαι πουλάκι όμορφο!»

Την ίδια στιγμή η μικρή νιώθει τη χαρά να φωτίζει και να λούζει την καρδούλα της. Φοράει τα κόκκινα παπούτσια κι αρχίζει να χορεύει και να πηδάει απ’ τη χαρά της.

-«Θεούλη μου!», λέει. «Ήμουν τόσο στενοχωρημένη καθώς έβγαινα έξω. Και τώρα πετάω στ’ αλήθεια απ’ τη χαρά μου! Τι καλό πουλάκι! Μου χάρισε ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια!»

-«Εμένα όμως μου φαίνεται πως βουλιάζει ο κόσμος ολάκερος!», λέει η γυναίκα με τα μαλλιά της ξεχτένιστα ν’ ανεμίζουν γύρω απ’ το πρόσωπο της σωστές φλόγες. «Ας βγω κι εγώ λιγάκι έξω, μπας και με συνεφέρει ο καθαρός αέρας». Δεν πρόλαβε όμως να διαβεί το κατώφλι και μπάααααμ!, της ρίχνει το πουλί κατακέφαλα τη βαριά μυλόπετρα και την κάνει λιώμα.

Τρέχουν ο πατέρας κι η Μαρλένα και τι να δουν! Καπνός και φωτιά και φλόγα τινάζονται ψηλά απ’ το κατώφλι της πόρτας τους. Κι όταν καθάρισαν όλα, στέκει εμπρός τους το όμορφο αγοράκι, ολοζώντανο κι απείραχτο. Πιάνει απ’ το χέρι τον πατέρα του και τη μικρή Μαρλένα και τους αγκαλιάζει και μπαίνουν όλοι μαζί στο σπίτι και κάθονται ευτυχισμένοι στο τραπέζι να φάνε και να το γιορτάσουν.

Πηγή

ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΓΚΡΙΜΜ -Εκδόσεις ΑΓΡΑ
Α τόμος
Μετάφραση: ΜΑΡΙΑ ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ

Τίτλος πρωτοτύπου: Kinder - und Hausmärchen
Παραμύθια για τα παιδιά και την οικογένεια