Ο ΕΞΥΠΝΟΣ ΧΩΡΙΑΤΗΣ

Από The Stelios Files

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ένας χωριάτης πήγε την αγελάδα του στο παζάρι και την πούλησε δεκαεφτά τσεκίνια. Στο δρόμο που γύριζε, πέρασε από ένα δάσος, κι άκουσε από μακριά τις δεκοχτούρες που φώναζαν: «Δεκοχτώ, δεκοχτώ, δεκοχτώ!»

-«Καλές είν' τούτες!,» είπε με το νου του. «Δεκαεφτά την πούλησα κι όχι δεκαοχτώ!»

Κι όταν έφτασε κοντά τους, φώναξε: «Βρε χαζοβιόλες! Δεκαεφτά τσεκίνια πήρα για την αγελάδα κι όχι δεκαοχτώ!» Τα πουλιά όμως συνέχισαν να φωνάζουν:

-«Δεκοχτώ, δεκοχτώ, δεκοχτώ!»

-«Ε, αφού δεν με πιστεύετε, να σας τα μετρήσω, για να δείτε και μόνες σας» είπε ο χωριάτης και έβγαλε τα λεφτά απ την τσέπη του και τα μέτρησε κι ήταν πράγματι δεκαεφτά τσεκίνια, είκοσι τέσσερα δίλεπτα το καθένα. Οι δεκοχτούρες όμως δεν έδωσαν καμιά σημασία στους λογαριασμούς του και εξακολούθησαν να φωνάζουν: «Δεκοχτώ, δεκοχτώ, δεκοχτώ!» Ο χωριάτης τότε θύμωσε και τους έβαλε τις φωνές:

-«Αφού θαρρείτε πως ξέρετε καλύτερα από μένα, πάρτε τα να τα μετρήσετε και μόνες σας!»

Και πέταξε τα τσεκίνια του μέσα στα φυλλώματα των ψηλών δέντρων. Ύστερα κάθισε από κάτω και περίμενε να τελειώσουν τα πουλιά το μέτρημα και να του ξαναδώσουν τα λεφτά του. Οι δεκοχτούρες όμως συνέχισαν να φωνάζουν: «Δεκοχτώ, δεκοχτώ, δεκοχτώ!» και δεν έλεγαν να πετάξουν πίσω τα λεφτά του χωριάτη. Περίμενε αυτός, ώσπου βράδιασε κι έπρεπε πια να γυρίσει σπίτι του. Τότε τα 'βαλε με τα πουλιά και τα πέρασε μια γερή κατσάδα:

-«Βρομοπούλια! Όλο να φωνάζετε ξέρετε και να μας παίρνετε το κεφάλι με τις τσιρίδες σας, αλλά ούτε δεκαεφτά τσεκίνια δεν είσαστε άξιες να μετρήσετε! Μήπως νομίζετε ότι θα κάτσω εδώ να σας περιμένω μέχρι αύριο;»

Και μ' αυτά τα λόγια σηκώθηκε κι έφυγε. Αλλά τα πουλιά συνέχιζαν να φωνάζουν πίσω του: «Δεκοχτώ, δεκοχτώ, δεκοχτώ!» Κι ο χωριάτης γύρισε σπίτι του πολύ στενοχωρημένος.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και πήρε άλλην αγελάδα. Κι αποφάσισε να τη σφάξει και να πουλήσει το κρέας. Και λογάριασε ότι αν το 'δινε σε καλή τιμή, θα 'παιρνε τα διπλά λεφτά και θα τού 'μενε και το τομάρι. Την έσφαξε λοιπόν και ξεκίνησε για την πόλη, να πουλήσει το κρέας. Αλλά στην πύλη βρήκε ένα κοπάδι αδέσποτα σκυλιά που γάβγιζαν και δεν τον άφηναν να περάσει. Μπροστάρης ήταν ένα θεόρατο κυνηγόσκυλο που χοροπηδούσε, μυριζόταν το κρέας κι έκανε σαν τρελό: «Γαβ, γαβ, γαβ!» Κι επειδή δεν έλεγε να σταματήσει, ο χωριάτης γύρισε και του είπε:

-«Εντάξει, κατάλαβα τι θέλεις: να σου δώσω το κρέας μου, να το πουλήσεις. Αλλά δεν είμαι χαζός.» Ο σκύλος άλλη απάντηση δεν είχε να του δώσει παρά μονάχα: «Γαβ, γαβ, γαβ!»

–«Μου δίνεις το λόγο σου ότι δεν θα το φας κι ότι δεν θ' αφήσεις και τους φίλους σου να το πειράξουν;»

-«Γαβ, γαβ, γαβ!» γάβγισε πάλι ο σκύλος.

-«Εντάξει, τότε. Αφού επιμένεις, θα στ' αφήσω να το πουλήσεις εσύ. Σε ξέρω: είσαι ο σκύλος του χασάπη. Αλλά άκουσε με καλά: σε τρεις μέρες από σήμερα θέλω τα λεφτά μου. Κανόνισε να μου τα φέρεις, ειδαλλιώς θα την έχεις άσκημα.»

Και μ' αυτά ξεφόρτωσε το κρέας και πήρε το δρόμο του γυρισμού. Τα σκυλιά έπεσαν με τα μούτρα στο ανέλπιστο φαγητό γαβγίζοντας δυνατά: «Γαβ, γαβ, γαβ!» Ο χωριάτης τ' άκουγε φεύγοντας κι είπε με το νου του:

-«Τώρα του ζητάνε κι οι άλλοι μερτικό. Το κυνηγόσκυλο όμως μού 'δωσε το λόγο του.»

Όταν πέρασαν οι τρεις μέρες, ο χωριάτης ήταν όλο χαρά:

-«Σήμερα το βράδυ θα 'χω τα λεφτά στην τσέπη μου,» σκεφτόταν. Αλλά άδικα περίμενε. Κανείς δεν ήρθε να του φέρει τα λεφτά του.

-«Δεν είναι πια να εμπιστεύεσαι κανέναν, είπε και χάνοντας την υπομονή του σηκώθηκε μια και δυο και πήγε στο χασάπη να γυρέψει τα λεφτά του. Ο χασάπης τον άκουσε και νόμισε πως αστειευόταν. Ο χωριάτης όμως επέμεινε:

-«Καθόλου δεν αστειεύομαι, θέλω τα λεφτά μου. Δεν σού 'φερε ο σκύλος σου πριν από τρεις μέρες μια ολόκληρη αγελάδα σφαγμένη; Ε, δική μου ήτανε και τώρα θέλω να με πληρώσεις!»

Ο χασάπης τότε θύμωσε, άρπαξε το σκουπόξυλο και τον κυνήγησε.

-«Κάτσε και θα σου δείξω εγώ!» είπε τότε ο χωριάτης. «Υπάρχει δικαιοσύνη σε τούτον τον κόσμο!»

Και πήγε αμέσως στο παλάτι και γύρεψε να δει το βασιλιά. Πράγματι, τον οδήγησαν μπροστά στο βασιλιά, που καθόταν μαζί με τη θυγατέρα του. Κι εκείνος τον ρώτησε ποιος τον είχε πειράξει και τι ήθελε. Ο χωριάτης τότε αποκρίθηκε:

-«Οι δεκοχτούρες στο δάσος και τα σκυλιά με κορόιδεψαν και μού 'κλεψαν τα λεφτά μου. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο χασάπης με ξυλοφόρτωσε αντί να με πληρώσει για το κρέας της αγελάδας μου». Και εξιστόρησε καταλεπτώς τα παθήματα του. Όταν τον άκουσε η βασιλοπούλα, άρχισε να γελάει με την καρδιά της. Κι ο βασιλιάς του είπε:

-«Εγώ δεν μπορώ να σε βοηθήσω να βρεις το δίκιο σου. Αλλά θα σου δώσω την κόρη μου, να την πάρεις γυναίκα σου. Στη ζωή της ολόκληρη δεν έχει ξαναγελάσει έτσι, κι έχω κάνει όρκο πως θα την έπαιρνε όποιος την κατάφερνε να γελάσει με την καρδιά της. Μπορείς να ευχαριστήσεις το Θεό για την καλή σου τύχη.»

-«Ω!» απάντησε ο χωριάτης, «δεν τη θέλω. Έχω στο σπίτι μου μια γυναίκα. Μου φτάνει και μου περισσεύει. Αφού το βράδυ που γυρίζω σπίτι, μου φαίνεται πως είναι πολλές, μία σε κάθε γωνίτσα.»

Ο βασιλιάς θύμωσε με την προσβολή: «Είσαι άνθρωπος άξεστος και χοντροκομμένος!»

-«Μα βασιλιά μου,» αποκρίθηκε ο χωριάτης, «απ' το βόδι, βοδινό κρέας θα πάρεις!»

-«Καλά. Περίμενε και θα σου δώσω εγώ την ανταμοιβή που σου ταιριάζει!,» είπε τότε ο βασιλιάς. « Έλα σε τρεις μέρες και θα σου μετρήσουν πεντακόσιες.»

Καθώς ο χωριάτης έβγαινε, ο φρουρός έξω απ' την πόρτα τον σταμάτησε και του είπε:

-«Κατάφερες τη βασιλοπούλα να γελάσει. Ο βασιλιάς θα σου χαρίσει σίγουρα κάτι καλό.»

-«Εμ, βέβαια», απάντησε ο χωριάτης. «Μου είπε να 'ρθω σε τρεις μέρες και θα μου μετρήσουν πεντακόσιες.»

-«Γιατί δεν μου δίνεις κι εμένα λίγες;» ρώτησε τότε ο φρουρός. «Τι θα τις κάνεις τόσες λίρες μόνος σου;»

-«Επειδή είσαι συ» του είπε ο χωριάτης, «θα σου δώσω διακόσιες. Έλα σε τρεις μέρες μπροστά στο βασιλιά και ζήτα να σου μετρήσουν διακόσιες.»

Ένας Εβραίος, που ήταν εκεί κοντά κι άκουσε όλη την κουβέντα τους, έτρεξε πίσω απ το χωριάτη και του είπε:

-«Για το Θεό, εσύ έχεις τύχη βουνό! Έλα να σου αλλάξω τις λίρες σου! Οι λίρες είναι βαριές και άβολες, θα σου δώσω ωραίες κι ελαφριές δεκάρες.»

-«Εντάξει, χαχαμίκο» συμφώνησε ο χωριάτης. «Τριακόσιες λίρες έχω, δώσε μου τώρα τις δεκάρες και πήγαινε σε τρεις μέρες στο βασιλιά να πάρεις τις λίρες.»

Ο Εβραίος έτριψε ευχαριστημένος τα χέρια του κι έτρεξε να φέρει το ποσόν σε παλιοδεκάρες, που δεν είχαν ούτε τη μισή αξία απ' τις λίρες. Όταν πέρασαν οι τρεις μέρες, ο χωριάτης παρουσιάστηκε μπροστά στο βασιλιά, όπως τον είχαν προστάξει.

-«Γδύστε τον» είπε τότε ο βασιλιάς «και μετρήστε του τις πεντακόσιες που του υποσχέθηκα.»

-«Αχ» είπε ο χωριάτης» δεν είναι πια δικές μου. Τις διακόσιες τις χάρισα στο φρουρό και τις τριακόσιες μού τις άλλαξε ο Εβραίος. Άρα δεν έχω να παίρνω τίποτα.» Την ίδια στιγμή μπήκαν μέσα ο φρουρός κι ο Εβραίος και ζήτησαν ό,τι είχαν να παίρνουν. Κι οι στρατιώτες του βασιλιά τους μέτρησαν στην πλάτη τους τις βουρδουλιές. Ο φρουρός, που είχε ξαναδοκιμάσει και ήξερε πώς είναι, υπόμενε καρτερικά την τιμωρία. Ο Εβραίος όμως έσκουζε κι έκλαιγε κι ήτανε για λύπηση:

«Ωχ! Ο κακομοίρης τι έπαθα! Είναι βαριές τούτες οι λίρες!»

Ο βασιλιάς γέλασε πάλι με τα καμώματα του χωριάτη κι ο θυμός του πέταξε και χάθηκε.

-«Αφού τίποτα δεν σού μείνε απ' το δώρο που σου έκανα, θα σου κάνω άλλο δώρο: Πήγαινε στο κελάρι που φυλάω το χρυσάφι μου, και γέμισε τις τσέπες σου μ' όσα λεφτά μπορείς να σηκώσεις.»

Ο χωριάτης δεν περίμενε να του το πει και δεύτερη φορά. Έτρεξε και γέμισε τις τσέπες του, ώσπου τις ξεχείλισε. Ύστερα πήγε σ’ ένα χάνι κι άρχισε να μετράει τα λεφτά του. Κι ο Εβραίος, που τον είχε πάρει από πίσω, τον άκουσε να μουρμουρίζει:

-«Τι ήθελε κι αυτός ο ευλογημένος ο βασιλιάς να μου δώσει όσα ήθελα; Τώρα δεν ξέρω πόσα πήρα! Ωραία μου την έφερε, ο παλιανθρωπάκος!»

-«Θεός φυλάξοι!» είπε τότε σιγανά ο Εβραίος. «Αυτός μιλάει με ασέβεια για τον αφέντη μας και άρχοντα μας. Θα τρέξω να τον μαρτυρήσω. Κάποια ανταμοιβή θα πάρω. Κι αυτόν σίγουρα θα τον τιμωρήσουν.»

Όταν τ’ άκουσε ο βασιλιάς, θύμωσε πάλι και πρόσταξε τον Εβραίο να πάει να φέρει αμέσως το χωριάτη. Ο Εβραίος έτρεξε τότε και του είπε «Σε θέλει τούτη κιόλας τη στιγμή ο άρχοντας και βασιλιάς μας. Άστα όλα και τρέξε.»

-«Δεν μπορώ να πάω μ' αυτά τα παλιόρουχα στο βασιλιά» αποκρίθηκε ο χωριάτης. «θα ράψω πρώτα καινούργια ρούχα. Ένας άνθρωπος με τόσα λεφτά στις τσέπες του, δεν μπορεί να γυρίζει με τα κουρέλια!»

Ο Εβραίος, που κατάλαβε ότι ο χωριάτης δεν είχε σκοπό να παρουσιαστεί δίχως καινούργια φορεσιά, φοβήθηκε ότι στο μεταξύ ο βασιλιάς θα ξεχνούσε το θυμό του. Για να μη χάσει λοιπόν αυτός την αμοιβή του και γλιτώσει κι ο χωριάτης την τιμωρία του, αποφάσισε να του δανείσει μια δίκιά του φορεσιά και είπε:

-«Θα σου δανείσω εγώ μια ωραία φορεσιά, για λίγο. Η καλή μου η καρδιά, βλέπεις, με σπρώχνει να σε βοηθήσω!»

Ο χωριάτης δέχτηκε ευχαρίστως, φόρεσε τα ρούχα του Εβραίου και ξεκίνησε μαζί του για το παλάτι. Ο βασιλιάς τότε τον ρώτησε αν ήταν αλήθεια όσα έλεγε ο Εβραίος.

«Αχ», είπε ο χωριάτης. «Αφού το ξέρετε πως οι Εβραίοι δεν λένε ποτέ την αλήθεια. Όλο ψέματα ξεστομίζουν οι αθεόφοβοι. Να! Τώρα αν τον ρωτήσετε, θα σας πει ότι τα ρούχα που φορώ είναι δικά του!»

-«Πού το πας;» έβαλε τις φωνές ο Εβραίος. «Και βέβαια είναι δικά μου τα ρούχα που φοράς! Σου τα δάνεισα από καλοσύνη, για να μπορέσεις να παρουσιαστείς μπροστά στο βασιλιά!»

Όταν τ' άκουσε αυτό ο βασιλιάς, είπε: «Κάποιον πάει να ξεγελάσει ο Εβραίος, ή εμένα ή το χωριάτη.» Και πρόσταξε να του μετρήσουν κάμποσες ακόμα απ' τις βαριές λίρες στην πλάτη. Κι ο χωριάτης έφυγε με τα καλά του ρούχα και με τα λεφτά στην τσέπη, λέγοντας:

-«Αυτή τη φορά βγήκα κερδισμένος!»

Πηγή

ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΓΚΡΙΜΜ -Εκδόσεις ΑΓΡΑ