ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΞΕΝΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ

Από The Stelios Files

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ζούσε στην Ελβετία ένας γέρος κόμης, που είχε έναν και μονάκριβο γιο. Ο γιος του όμως ήταν χαζός και τίποτα δεν μπορούσε να μάθει. Ο πατέρας του τότε είπε:

-«Άκου, παιδί μου. Πασχίζω να σου μάθω πέντε πράγματα, αλλά τίποτα δεν καταφέρνω, ό,τι κι αν κάνω. Πρέπει λοιπόν να φύγεις από δω. Θα σε στείλω σ’ έναν σπουδαίο δάσκαλο κι αυτός ας τα βγάλει πέρα μαζί σου». Και το παλικάρι πήγε σε μια ξένη πολιτεία κι έμεινε εκεί ένα χρόνο.

Όταν πέρασε ο καιρός, γύρισε πάλι σπίτι του. Κι ο πατέρας του τον ρώτησε:

-«Λοιπόν, γιε μου, τι έμαθες;»

-«Πατέρα, έμαθα τη γλώσσα των σκυλιών», αποκρίθηκε το παλικάρι.

-«Για τ’ όνομα του Θεού», έβαλε τις φωνές ο πατέρας του. «Αυτό είναι όλο κι όλο; Θα σε στείλω σ’ άλλη πολιτεία, σ’ άλλον δάσκαλο». Πράγματι έτσι έγινε. Και το παλικάρι έμεινε κοντά του άλλον ένα χρόνο.

Όταν πέρασε ο καιρός, γύρισε πάλι πίσω κι ο πατέρας του τον ρώτησε:

-«Λοιπόν, γιε μου, τι έμαθες;» Κι εκείνος αποκρίθηκε:

-«Πατέρα, έμαθα τη γλώσσα των πουλιών».

Θύμωσε τότε ο πατέρας του και είπε:

-«Αχαΐρευτε! Σπατάλησες άλλον ένα χρόνο χωρίς να μάθεις τίποτα. Και τολμάς να παρουσιάζεσαι τώρα εμπρός μου; Θα σε στείλω σ’ έναν τρίτο δάσκαλο. Κι αν δεν μάθεις τίποτα ούτε αυτή τη φορά, δεν θα 'μαι πια πατέρας σου και δεν θέλω να σε ξέρω». Ο γιος του έμεινε και με τον τρίτο δάσκαλο έναν ολόκληρο χρόνο.

Κι όταν γύρισε στο σπίτι, ο πατέρας του τον ρώτησε:

-«Λοιπόν, γιε μου, τι έμαθες;» Ο γιος τότε αποκρίθηκε:

-«Πατέρα μου καλέ, αυτό το χρόνο έμαθα τη γλώσσα των βατράχων».

Ο πατέρας του έγινε έξω φρενών. Φώναξε τους στρατιώτες του και είπε:

-«Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι πια γιος μου. Δεν θέλω να τον ξέρω. Σας διατάζω: Πάρτε τον, πηγαίνετε τον στο δάσος και σκοτώστε τον».

Πράγματι έτσι κι έγινε: οι στρατιώτες τον πήγαν στο δάσος. Τον λυπήθηκαν όμως και δεν μπόρεσαν να τον σκοτώσουν, παρά τον άφησαν να φύγει. Έπιασαν ένα ελάφι, τού 'βγαλαν τα μάτια και τη γλώσσα και τα πήγαν στο γέρο, σημάδια πως είχαν συμμορφωθεί με τις προσταγές του.

Δρόμο πήρε το παλικάρι, δρόμο άφησε, έφτασε σ’ έναν πύργο και ζήτησε να τον αφήσουν να περάσει εκεί τη νύχτα του.

-«Εντάξει», συμφώνησε ο αφέντης του πύργου. «Αν θέλεις να κοιμηθείς στις παλιές πολεμίστρες, πήγαινε. Σε προειδοποιώ, όμως, πως μπορεί να χάσεις τη ζωή σου. Εκεί μέσα είναι γεμάτος ο τόπος σκυλιά, που γαβγίζουν σαν λυσσασμένα. Και μιαν ορισμένη ώρα κάθε μέρα, πρέπει να τους παραδίνουμε έναν άνθρωπο να τον ξεσκίσουν και να τον φάνε».

Η πολιτεία ήταν βουτηγμένη στη δυστυχία και στο πένθος εξαιτίας τους. Αλλά κανείς δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Το παλικάρι όμως χωρίς φόβο τού απάντησε:

-«Αφήστε με ν’ ανέβω στις πολεμίστρες. Μόνο δώστε μου κάτι να πετάξω στα σκυλιά. Και δεν θα με πειράξουν».

Κι αφού δεν τους ζήτησε τίποτα άλλο, τού 'δωσαν λίγο φαγητό για τα σκυλιά και τον οδήγησαν στις πολεμίστρες. Κι όταν τον είδαν τα σκυλιά σταμάτησαν να γαβγίζουν, άρχισαν να του κουνάνε τις ουρές τους, έφαγαν ό,τι τους έδωσε, και δεν του πείραξαν ούτε τρίχα. Την άλλη μέρα το πρωί, που κατέβηκε γερός και δυνατός κι απείραχτος, όλοι απόρησαν. Κι εκείνος είπε στον αφέντη του πύργου:

-«Τα σκυλιά μου μίλησαν στη γλώσσα τους και μου φανέρωσαν γιατί κάθονται πάνω στις πολεμίστρες και τρώνε ανθρώπους. Έχουν πάνω τους βαριά κατάρα να φυλάνε έναν αμύθητο θησαυρό, που είναι θαμμένος κάτω από τον πύργο. Και δεν πρόκειται να ησυχάσουν, παρά μονάχα όταν κάποιος τον βρει και τον πάρει. Κι ακόμα μου είπαν με ποιον τρόπο μπορεί να γίνει αυτό».

Τότε χάρηκαν όλοι που τ’ άκουσαν. Κι ο αφέντης του πύργου τού 'ταξε να τον έχει σαν γιο του, αν κατάφερνε να πάρει το θησαυρό και να διώξει τα σκυλιά. Το παλικάρι ανέβηκε πάλι στις πολεμίστρες. Κι επειδή ήξερε τι έπρεπε να κάνει, τα κατάφερε μια χαρά. Και κατέβηκε κουβαλώντας ένα σεντούκι γεμάτο χρυσάφι. Και τα σκυλιά δεν ξανακούστηκαν από τότε. Χάθηκαν μια για πάντα και η πολιτεία λυτρώθηκε απ’ τη συμφορά.

Πέρασε καιρός και το παλικάρι έβαλε με το νου του να πάει στη Ρώμη. Στο δρόμο που πήγαινε, πέρασε από ένα βάλτο κι άκουσε από μέσα τα βατράχια να φωνάζουν. Έστησε τότε αυτί κι όταν κατάλαβε τι έλεγαν, βυθίστηκε στη συλλογή και στη θλίψη. Τελικά έφτασε στη Ρώμη. Ο πάπας μόλις είχε πεθάνει κι οι καρδινάλιοι τσακώνονταν, ποιον να βγάλουν πάπα στη θέση του. Με τα πολλά συμφώνησαν να γίνει πάπας όποιος θα 'παιρνε θείο σημάδι απ’ τον Θεό. Την ίδια στιγμή μπήκε στην εκκλησία ο νεαρός κόμης και ξάφνου δυο χιονάτα περιστέρια ήρθαν και κάθισαν στους ώμους του. Οι καρδινάλιοι κατάλαβαν ότι αυτό ήταν το σημάδι του Θεού και τον ρώτησαν αν ήθελε να γίνει πάπας. Το παλικάρι δεν ήξερε τι να κάνει. Αλλά τα περιστέρια τού μίλησαν στ’ αυτί και τον συμβούλεψαν και τελικά δέχτηκε. Τότε τον μύρωσαν και τον ανέβασαν στο θρόνο. Κι έτσι έγινε αλήθεια αυτό που είχε ακούσει στο δρόμο απ’ τους βατράχους: ότι δηλαδή εκείνος θα γινόταν πάπας στη θέση του πάπα. Αμέσως έπειτα του ζήτησαν να ψάλει στη θεία λειτουργία κι εκείνος ο δύστυχος δεν ήξερε να πει λέξη. Αλλά τα δυο περιστέρια έμειναν καθισμένα στους ώμους του και του τα 'λεγαν όλα στ’ αυτί.

Πηγή

ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΓΚΡΙΜΜ -Εκδόσεις ΑΓΡΑ
Α τόμος
Μετάφραση: ΜΑΡΙΑ ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ

Τίτλος πρωτοτύπου: Kinder - und Hausmärchen
Παραμύθια για τα παιδιά και την οικογένεια