Η ΠΑΛΙΟΠΑΡΕΑ

Από The Stelios Files

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ είπε ο κόκορας στην κότα:

-«Τώρα είναι η εποχή που ωριμάζουν τα καρύδια. Πάμε μαζί στο βουνό, να φάμε και να χορτάσουμε, πριν τα μαζέψει όλα το σκιουράκι».

-«Σύμφωνοι», απάντησε η κότα. «Πάμε και θα τα περάσουμε ζάχαρη». Μια και δυο λοιπόν ξεκίνησαν κι έφτασαν στο βουνό. Κι επειδή η μέρα ήταν όμορφη, έμειναν ώς το βράδυ. Τώρα δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε: φάγανε πολύ και δεν μπορούσανε να κουνηθούν; Ή μήπως σήκωσαν μύτη ψηλά ώς τον ουρανό; Με λίγα λόγια, πάντως, δεν ήθελαν να γυρίσουν με τα πόδια. Πήρε λοιπόν ο κόκορας τα καρυδότσουφλα κι έφτιαξε μια μικρή άμαξα. Μόλις τέλειωσε, η κοτούλα στρογγυλοκάθισε μέσα και είπε:

-«Μπορείς ν’ αρχίσεις να με σέρνεις!»

-«Μωρέ καλή είσαι του λόγου σου!», της αποκρίθηκε το κοκοράκι. "Και δεν πάω καλύτερα με τα πόδια ώς το σπίτι; Δεν ήταν αυτή η συμφωνία μας. Εγώ θέλω να είμαι αμαξάς και να τραβάω τα γκέμια. Όχι να τραβάω ολόκληρη την άμαξα. Αυτό αποκλείεται!»

Εκεί που τσακώνονταν, ήρθε κουνιστή και λυγιστή μια πάπια:

-«Βρε παλιοκλέφτες, ποιος σας έδωσε την άδεια να 'ρθείτε και να φάτε τα καρύδια μου; Περιμένετε και θα σας κανονίσω εγώ!» Κι ανοίγοντας απειλητικά το ράμφος της όρμησε πάνω στο κοκόρι. Αλλά το κοκόρι δεν ήταν εύκολος αντίπαλος: με τα νύχια του και με το ράμφος του τσιμπούσε κι έγδερνε την πάπια σ όλο της το κορμί, ώσπου κόντεψε να την ξεπουπουλιάσει. Τελικά την ανάγκασε να ζητήσει χάρη και για τιμωρία την έζεψαν στην άμαξα τους. Ο κόκορας στρώθηκε στη θέση του αμαξά, η κότα δεν είχε κουνηθεί καθόλου απ’ τη θέση του επιβάτη και το ταξίδι ξεκίνησε.

-«Τρέξε, τρέξε, πάπια, τρέξε όσο μπορείς!»

Στο δρόμο που πήγαιναν, συνάντησαν δυο κουρασμένους οδοιπόρους, μια βελόνα και μια σακοράφα.

-«Σταθείτε! Σταθείτε!», τους φώναξαν. Και τους είπαν ότι είχε πια σκοτεινιάσει, ότι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν το δρόμο τους, κι ήταν τόσο βρόμικα, ούτε να ξαποστάσουν δεν μπορούσαν εκεί στην εξοχή. Μήπως θα ήταν εύκολο να τους πάρουν μαζί τους λίγο δρόμο με την άμαξα; Είχαν πάει στην Ταβέρνα του Ράφτη κι είχαν αργήσει γλεντώντας με την παρέα τους. Ο κόκορας δέχτηκε, μιας κι ήταν μικροκαμωμένες και δεν θα έπιαναν τόπο. Τους ζήτησε όμως πρώτα να υποσχεθούν ότι δεν θα στριμώξουν ούτε αυτόν ούτε τη γυναίκα του. Αργά τη νύχτα έφτασαν σ' ένα πανδοχείο κι αποφάσισαν να σταματήσουν. Η πάπια κόντευε να πέσει κάτω από την κούραση κι έγερνε πότε από τη μια και πότε από την άλλη. Σταμάτησαν λοιπόν και χτύπησαν την πόρτα. Ο ξενοδόχος δεν ήθελε στην αρχή να τους ανοίξει. Το πανδοχείο του ήταν γεμάτο. «Κι εξάλλου, ποιος τίμιος και καλός άνθρωπος ταξιδεύει τέτοια ώρα μέσα στη νύχτα;», σκέφτηκε. Τελικά όμως τον έπιασαν με το καλό, του υποσχέθηκαν και το αυγό που είχε κάνει στο δρόμο η κότα, του υποσχέθηκαν και την ίδια την πάπια, που έκανε αυγά κάθε μέρα, κι ο ξενοδόχος δέχτηκε.

Η παρέα στρώθηκε στο τραπέζι, παράγγειλε του κόσμου τις νοστιμιές και το γλέντησε γενναία. Και την άλλη μέρα το πρωί, πριν χαράξει, όταν όλοι κοιμόντουσαν ακόμα, ο κόκορας ξύπνησε την κότα, έφερε το αυγό, το άνοιξε και τό 'φαγαν οι δυο τους. Ύστερα πήραν από το κεφάλι τη βελόνα, ακόμα κοιμισμένη, και την έκρυψαν στο μαξιλάρι της πολυθρόνας του ξενοδόχου. Τη σακοράφα την έκρυψαν μέσα στην πετσέτα του. Κι έπειτα έφυγαν τρέχοντας και φτεροκοπώντας, λες και δεν είχε γίνει τίποτα. Η πάπια, που της άρεσε να κοιμάται στο ύπαιθρο, είχε περάσει τη νύχτα στην αυλή. Τους άκουσε λοιπόν την ώρα που έφευγαν. Αμέσως σηκώθηκε κι αυτή, ετοιμάστηκε, βρήκε ένα ποταμάκι και ρίχτηκε στα νερά του. Και κολυμπώντας προχωρούσε πιο γρήγορα, παρά τραβώντας την άμαξα. Λίγες ώρες αργότερα σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι κι ο ξενοδόχος. Πλύθηκε και πήρε την πετσέτα του να σκουπιστεί. Η σακοράφα όμως τον έγδαρε στα μούτρα, μια μεγάλη κόκκινη γρατζουνιά, απ το ένα αυτί ώς το άλλο. Πάει μετά ο δύστυχος στο μαγερειό ν’ ανάψει την πίπα του στα κάρβουνα της θράκας. Κι όπως πλησίασε στη φωτιά, τα τσόφλια τού αυγού πετάχτηκαν και μπήκαν στα μάτια του.

-«Σήμερα το πρωί όλα στραβά μου πάνε. Να δούμε πού αλλού θα χτυπήσω το κεφάλι μου», συλλογίστηκε λυπημένος και πήγε να καθίσει στην πολυθρόνα του. Αλλά την ίδια κιόλας στιγμή τινάχτηκε όρθιος με φωνές, γιατί η βελόνα τον είχε τρυπήσει πολύ άσχημα, και όχι στο κεφάλι. Τότε θύμωσε για τα καλά και υποψιάστηκε τους πελάτες που είχαν έρθει αργά χτες το βράδυ. Πάει να δει, αλλά τους βρίσκει φευγάτους. Πήρε όρκο τότε να μην ξαναδεχτεί τέτοιες παλιοπαρέες στο πανδοχείο του, που τρώνε τον αγλέουρα, δεν πληρώνουν φράγκο και στήνουν από πάνω και τέτοιες βρομοδουλειές .


Πηγή

ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΓΚΡΙΜΜ -Εκδόσεις ΑΓΡΑ