Ενέργειες

Ο ΧΑΝΣΕΛ ΚΑΙ Η ΓΚΡΕΤΕΛ

Από The Stelios Files

Ο ΧΑΝΣΕΛ ΚΑΙ Η ΓΚΡΕΤΕΛ

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ζούσε στην άκρη τού δάσους ένας φτωχός ξυλοκόπος με τη γυναίκα του και τα δυο του παιδάκια. Το αγόρι το λέγανε Χάνσελ και το κορίτσι Γκρέτελ. Ο ξυλοκόπος μόλις και μετά βίας έβγαζε το ψωμί της οικογένειας του. Κι όταν κάποτε έπεσε πείνα σ’ ολόκληρη τη χώρα, πείνασαν κι αυτοί. Ένα βράδυ λοιπόν, που είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι του και οι έγνοιες δεν τον άφηναν να κοιμηθεί, είπε στη γυναίκα του:

-«Τι θ’ απογίνουμε; Πώς θα ταΐσουμε τα παιδιά μας, αφού δεν έχουμε να φάμε ούτε εμείς οι ίδιοι;»

-«Ξέρεις τι θα κάνουμε, άντρα μου;», αποκρίθηκε τότε η γυναίκα. «Αύριο το πρωί, νωρίς νωρίς, θα πάρουμε τα παιδιά μας και θα τα πάμε στο δάσος, βαθιά μέσα, εκεί που τα δέντρα είναι πολύ πυκνά. Θα τους ανάψουμε μια φωτιά, θα τους δώσουμε κι από ένα κομμάτι ψωμί και θα φύγουμε να πάμε στη δουλειά μας. Αποκλείεται να βρουν το δρόμο για το σπίτι. Έτσι θα γλιτώσουμε απ’ αυτά».

-«Όχι, γυναίκα», είπε ο ξυλοκόπος. «Δεν μπορώ να κάνω τέτοιο πράγμα. Πώς ν’ αφήσω μονάχα τους τα παιδιά μου στο δάσος; Τ’ άγρια θηρία θα έρθουν και θα τα κατασπαράξουν!»

-«Μην είσαι κουτός!», του είπε η γυναίκα του. «Αν δεν κάνεις αυτό που σου λέω, θα πεθάνουμε της πείνας και οι τέσσερις. Κι εσύ ίσα που θα προλάβεις να κόψεις τα ξύλα και να καρφώσεις τις σανίδες για τα φέρετρα μας».

Έτσι του μιλούσε και δεν τον άφηνε σε ησυχία, ώσπου ο ξυλοκόπος συμφώνησε.

-«Τα κακόμοιρα τα παιδιά», είπε. «Τα λυπάται η ψυχή μου!»

Τα δυο παιδιά ήταν κι αυτά ξαπλωμένα στα κρεβατάκια τους χωρίς να κοιμούνται, γιατί η πείνα τα βασάνιζε. Κι είχαν ακούσει τα λόγια της άσπλαχνης μητριάς. Η Γκρέτελ έκλαψε πικρά και είπε στον Χάνσελ:

-«Τώρα πια είμαστε χαμένοι!»

-«Ησύχασε, Γκρέτελ», της απάντησε ο αδερφός της. «Μη στενοχωριέσαι κι εγώ θα βρω τρόπο για να σωθούμε!»

Κι όταν οι γονείς τους αποκοιμήθηκαν, σηκώθηκε, φόρεσε το σακάκι του, άνοιξε την πορτούλα και γλίστρησε έξω. Το φεγγάρι έλαμπε τόσο δυνατά που τα άσπρα χαλίκια έξω απ’ το σπίτι άστραφταν σαν γυαλιστερά ασημένια τάλιρα. Ο Χάνσελ έσκυψε κι έχωσε στις τσέπες του όσο μπορούσε περισσότερα. Ύστερα γύρισε πίσω και είπε στην Γκρέτελ:

-«Κοιμήσου ήσυχη, αδερφούλα μου. Στηρίξου πάνω μου. Κι ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείψει». Και μ’ αυτά τα λόγια ξάπλωσε πάλι να κοιμηθεί.

Όταν χάραξε, πριν ακόμα βγει ο ήλιος, η γυναίκα ήρθε και ξύπνησε τα δυο παιδιά:

-«Ξυπνήστε, τεμπέληδες. Θα πάμε στο δάσος να κόψουμε ξύλα». Μετά τους έδωσε από ένα κομμάτι ψωμί και τους είπε: «Αυτό θα είναι το μεσημεριανό σας. Και προσέξτε να μην το φάτε νωρίτερα, γιατί δεν έχει άλλο».

Η Γκρέτελ έκρυψε το ψωμί στην ποδίτσα της, γιατί οι τσέπες του Χάνσελ ήταν γεμάτες χαλίκια. Ύστερα ξεκίνησαν όλοι μαζί για το δάσος. Όταν είχαν προχωρήσει κάμποσο, ο Χάνσελ στάθηκε και γύρισε να ρίξει μια ματιά στο σπίτι. Μετά από λίγο έκανε πάλι το ίδιο. Και πάλι και ξανά. Ώσπου ο πατέρας του τον ρώτησε:

-«Χάνσελ, γιατί σταματάς ολοένα και κοιτάζεις προς τα πίσω; Περπατά πιο γρήγορα και μην αργείς!»

-«Αχ, πατέρα», απάντησε ο Χάνσελ, «κοιτάζω το άσπρο μου γατάκι, που κάθεται στη στέγη και με χαιρετάει». Η μητριά τότε μπήκε στη μέση:

-«Δεν είναι το γατάκι σου, κουτέ. Είναι ο ήλιος, που χτυπάει πάνω στην καμινάδα».

Ο Χάνσελ όμως δεν κοίταζε το γατάκι του, αλλά έριχνε κι από ένα χαλίκι στο μονοπάτι, για να ξαναβρεί το δρόμο του γυρισμού.

Όταν έφτασαν στην καρδιά του δάσους, ο πατέρας είπε:

-«Μαζέψτε ξύλα εσείς παιδιά, και θα σας ανάψω μια φωτιά για να μην κρυώνετε».

Ο Χάνσελ κι η Γκρέτελ μάζεψαν ξερά ξυλαράκια, έναν ολόκληρο σωρό. Και όταν η φωτιά άναψε για τα καλά, η μητριά τους είπε:

-«Καθίστε εσείς εδώ, παιδιά, και ξεκουραστείτε. Εμείς θα πάμε να κόψουμε ξύλα. Μόλις τελειώσουμε, θα γυρίσουμε να σας πάρουμε».

Ο Χάνσελ κι η Γκρέτελ κάθισαν κοντά στη φωτιά. Και όταν μεσημέριασε, έφαγαν το ψωμί τους. Κι επειδή άκουγαν τα χτυπήματα απ’ το τσεκούρι, νόμιζαν ότι ο πατέρας τους ήταν ακόμα κοντά τους. Αλλά δεν ήταν το τσεκούρι αυτό που άκουγαν ήταν ένα ξερό κλαδί, που ο πατέρας τους το είχε δέσει σ’ ένα δέντρο και το χτυπούσε ο αέρας πέρα-δωθε. Έτσι περίμεναν ώρες πολλές, ώσπου τα μάτια τους έκλεισαν απ’ την κούραση και κοιμήθηκαν βαθιά. Όταν ξύπνησαν, ήταν κατασκότεινα. Η Γκρέτελ άρχισε να κλαίει:

-«Πώς θα βγούμε τώρα μέσα απ’ το δάσος;»

Ο Χάνσελ όμως την παρηγόρησε και της είπε:

-«Περίμενε λιγάκι να βγει το φεγγάρι και τότε θα τον βρούμε το δρόμο». Πράγματι, μόλις το φεγγάρι πρόβαλε λαμπρό στον ουρανό, ο Χάνσελ πήρε την αδερφούλα του απ’ το χέρι κι άρχισε να περπατάει πλάι στα χαλίκια, που άστραφταν σαν γυαλιστερά ασημένια τάλιρα και τού 'δειχναν το δρόμο. Όλη νύχτα περπατούσαν και την αυγή έφτασαν στο σπίτι του πατέρα τους. Χτύπησαν την πόρτα κι όταν η μητριά τους την άνοιξε, αμέσως τους έβαλε τις φωνές:

-«Παλιόπαιδα, τον αξύπνητο ύπνο κοιμηθήκατε στο δάσος! Κι εμείς νομίζαμε ότι δεν θέλετε πια να γυρίσετε στο σπίτι!»

Ο πατέρας τους όμως χάρηκε, γιατί τό 'χε βάρος στην καρδιά του που τά 'χε αφήσει έτσι ολομόναχα μέσα στο δάσος.


Δεν πέρασε πολύς καιρός και η πείνα πάλι χτύπησε την πόρτα του ξυλοκόπου. Και τα παιδιά άκουσαν πάλι τη μητριά τους να μουρμουρίζει τη νύχτα στ’ αυτί τού πατέρα τους:

-«Δεν μας έχει μείνει τίποτα πια. Μόνο μισό καρβέλι ψωμί έχουμε στο τραπέζι μας. Μόλις το φάμε κι αυτό, τελειώσανε τα ψέματα. Πρέπει να διώξουμε τα παιδιά. Να τα πάμε πιο βαθιά μέσα στο δάσος, να μην μπορέσουν να βρούνε ξανά το δρόμο του γυρισμού. Ειδεμή είμαστε όλοι χαμένοι».

Μαύρη λύπη έσφιξε την καρδιά του πατέρα και συλλογίστηκε:

-«Καλύτερα να μοιραζόσουνα με τα παιδιά σου και την τελευταία σου μπουκιά!»

Η γυναίκα όμως δεν έπαιρνε από λόγια. Τον κατσάδιασε και άρχισε να τον κατηγοράει:

-«Αφού κάναμε την αρχή, πρέπει να συνεχίσουμε, κι αφού δέχτηκες την πρώτη φορά, πρέπει να δεχτείς και τη δεύτερη».

Αλλά τα παιδιά ήταν ακόμα ξύπνια στα κρεβατάκια τους κι άκουσαν όλη την κουβέντα. Κι όταν οι γονείς τους αποκοιμήθηκαν, ο Χάνσελ σηκώθηκε πάλι και προσπάθησε να γλιστρήσει έξω να μαζέψει χαλίκια, όπως την πρώτη φορά. Αλλά η μητριά είχε κλειδώσει την πορτούλα και το παιδί δεν μπόρεσε να βγει. Παρηγόρησε όμως την αδελφούλα του και της είπε:

-«Μην κλαις, Γκρέτελ. Κοιμήσου ήσυχα κι ο καλός Θεούλης θα μας βοηθήσει».

Μόλις χάραξε, ήρθε η μητριά και ξύπνησε τα δυο παιδιά. Τους έδωσε πάλι από ένα κομμάτι ψωμί, αλλά μικρότερο απ’ την προηγούμενη φορά. Στο δρόμο για το δάσος ο Χάνσελ έτριβε το ψωμάκι του ψίχουλα και τό 'ριχνε στο μονοπάτι.

-«Χάνσελ, γιατί αργείς; Προχώρα πιο γρήγορα!», του είπε ο πατέρας του.

-«Κοιτάζω το άσπρο μου περιστεράκι, που κάθεται στη στέγη και με χαιρετάει», αποκρίθηκε ο Χάνσελ.

-«Κουτέ», τον έκοψε η μητριά, «δεν είναι το περιστεράκι σου, είναι ο ήλιος που λάμπει στην καμινάδα».

Ο Χάνσελ όμως πέταξε ψίχουλο - ψίχουλο όλο το ψωμί του στο δρόμο.

Η γυναίκα οδήγησε τα παιδιά ακόμα πιο βαθιά μέσα στο δάσος, σ’ ένα μέρος όπου δεν είχαν ξαναπάει ποτέ στη ζωή τους. Άναψαν πάλι μια μεγάλη φωτιά κι η μητριά τους είπε:

-«Καθίστε εδώ, παιδιά. Κι όταν κουραστείτε, κοιμηθείτε. Εμείς θα πάμε να κόψουμε ξύλα και το βράδυ, που θα τελειώσουμε, θά 'ρθουμε να σας πάρουμε».

Το μεσημέρι η Γκρέτελ μοιράστηκε με τον Χάνσελ το ψωμί της, μιας κι εκείνος είχε σκορπίσει το δικό του στο μονοπάτι. Ύστερα αποκοιμήθηκαν κι ήρθε το βράδυ, αλλά κανείς δεν ήρθε να πάρει τα κακόμοιρα τα παιδάκια. Ξύπνησαν πάλι μέσα στο σκοτάδι της νύχτας κι ο Χάνσελ παρηγόρησε την αδερφούλα του και της είπε:

-«Περίμενε, Γκρέτελ, και μόλις βγει το φεγγάρι, θα δούμε τα ψίχουλα που σκόρπισα στο μονοπάτι και θα βρούμε το δρόμο για το σπίτι».

Όταν όμως πρόβαλε το φεγγάρι στον ουρανό κι ετοιμάστηκαν να ξεκινήσουν, δεν βρήκαν ούτε ένα ψίχουλο. Γιατί τα αμέτρητα πουλάκια, που πετούν στο δάσος, τα είχαν φάει όλα. Ο Χάνσελ είπε τότε στην αδερφή του:

-«Θα τον βρούμε το δρόμο, μη φοβάσαι!» Αλλά δεν τον βρήκαν. Όλη νύχτα περπατούσαν, κι όλη μέρα ώς το βράδυ, αλλά δεν είχαν καταφέρει να βρουν την άκρη του δάσους. Και πεινούσαν πολύ, γιατί δεν είχαν φάει τίποτα εκτός από λίγα βατόμουρα που είχαν βρει στο δρόμο. Τα παιδιά ήταν τόσο κουρασμένα που δεν έβλεπαν μπροστά τους. Κι επειδή τα πόδια τους δεν άντεχαν πια, ξάπλωσαν κάτω από ένα δέντρο και κοιμήθηκαν.

Ήταν πια η τρίτη μέρα που έλειπαν απ’ το σπίτι του πατέρα τους. Άρχισαν και πάλι να περπατάνε, αλλά χώνονταν όλο και πιο βαθιά μέσα στο δάσος. Κι αν δεν ερχόταν γρήγορα κάποιος να τα βοηθήσει, σίγουρα θα πέθαιναν απ’ την πείνα και την κούραση. Το μεσημέρι όμως είδαν ένα όμορφο πουλάκι, άσπρο σαν το χιόνι, που καθόταν σ’ ένα κλαδί και τραγουδούσε τόσο όμορφα ώστε τα δυο παιδιά στάθηκαν να τ’ ακούσουν. Κι όταν τέλειωσε το τραγούδι του, άνοιξε τα φτερά του κι άρχισε να πετάει μπροστά τους. Τα παιδιά το ακολούθησαν ,ώσπου το πουλί έφτασε σ’ ένα σπίτι και κάθισε πάνω στη σκεπή. Όταν τα παιδιά πλησίασαν, είδαν πως το σπιτάκι είχε τους τοίχους του φτιαγμένους από γλυκό ψωμί και τη σκεπή του από παντεσπάνι. Τα παράθυρα του ήταν ολόκληρα καμωμένα από ζάχαρη.

-«Έλα να φάμε λιγάκι, να χορτάσουμε την πείνα μας», είπε ο Χάνσελ στην Γκρέτελ. «Εγώ θα φάω λίγη απ’ τη σκεπή κι εσύ κόψε ένα κομματάκι απ’ τα παράθυρα, που είναι γλυκό».

Ο Χάνσελ σκαρφάλωσε κι έκοψε μιαν ακρούλα απ’ τη σκεπή ,να τη δοκιμάσει. Κι η Γκρέτελ στάθηκε μπροστά σ’ ένα παράθυρο κι άρχισε να μασουλάει τη ζάχαρη. Τότε ακούστηκε από μέσα μια λεπτή φωνούλα:

«Κριτς, κριτς, κριτς, ποιος τραγανίζει;
Το σπιτάκι μου ποιος μασουλίζει; »

Και τα παιδιά απάντησαν:

«Είναι ο αέρας τον πρωινού
και το παιδάκι τ' ουρανού ».

Και συνέχισαν να τρώνε δίχως να φανερωθούν. Ο Χάνσελ βρήκε τη σκεπή πολύ νόστιμη κι έκοψε ενα μεγάλο κομμάτι, κατέβηκε κάτω κι άρχισε να το τραγανίζει με όρεξη. Η Γκρέτελ έβγαλε ένα ολόκληρο τζάμι απ’ το παράθυρο, στρώθηκε κατάχαμα κι έτρωγε γλείφοντας και τα δάχτυλα της. Ξάφνου όμως άνοιξε η πόρτα και μια γριά, πολύ γριά, βγήκε απ’ το σπιτάκι στηριγμένη στη μαγκούρα της.

Ο Χάνσελ κι η Γκρέτελ τρόμαξαν τόσο πολύ που άφησαν τα γλυκά να τους πέσουν απ’ τα χέρια τους. Η γριά όμως κούνησε το κεφάλι της και τους είπε:

-«Ε, καλά μου παιδιά, ποιος σας έφερε εδώ; Ελάτε μέσα να μείνετε μαζί μου και δεν θα πάθετε κανένα κακό».

Και τα πήρε και τα δυο απ’ το χέρι και τα πήγε μέσα στο σπίτι. Έστρωσε ύστερα το τραπέζι με νόστιμο φαγητό και γάλα και τηγανίτες ζαχαρωμένες, μήλα και καρύδια. Μετά τους ετοίμασε δυο ωραία και ζεστά κρεβατάκια. Ο Χάνσελ κι η Γκρέτελ ξάπλωσαν και νόμισαν πως βρίσκονταν στον έβδομο ουρανό απ’ την ευτυχία τους.

Η γριά τούς είχε φερθεί πολύ καλά, στην πραγματικότητα όμως ήταν μια κακιά μάγισσα, που παραμόνευε τα παιδάκια να τα πιάνει. Γι’ αυτό είχε φτιάξει και το ζαχαρένιο σπιτάκι, για να τους στήνει παγίδα και να τ’ αρπάζει. Κι όποτε κάποιο παιδάκι έπεφτε στα χέρια της, τότε το σκότωνε, το μαγείρευε και τό 'τρωγε. Γιατί το κρέας των παιδιών τής άρεσε πολύ και το ευχαριστιόταν. Οι μάγισσες έχουν κόκκινα μάτια και δεν μπορούν να δουν μακριά. Έχουν όμως πολύ γερή μύτη, σαν τα ζώα, και το καταλαβαίνουν αμέσως όταν τις ζυγώνουν άνθρωποι. Όταν λοιπόν μυρίστηκε την Γκρέτελ και τον Χάνσελ να πλησιάζουν το σπίτι της, γέλασε με κακία και είπε:

-«Αυτούς τους έχω στο χέρι, δεν πρόκειται να μου ξεφύγουν».

Το πρωί, νωρίς νωρίς, πριν ακόμα τα παιδιά ξυπνήσουν, η μάγισσα σηκώθηκε και καθώς τα είδε να κοιμούνται ήσυχα στα κρεβατάκια τους, με τα μάγουλα τους κόκκινα απ’ το καλό φαγητό, μουρμούρισε:

-«Όταν θα τα μαγειρέψω, θά 'ναι τόσο νόστιμα που θα τρώει η μάνα και του παιδιού δεν θα δίνει!» Πήρε ύστερα με τα κοκαλιάρικα χέρια της τον Χάνσελ και τον έκλεισε στο κοτέτσι και κλείδωσε καλά την πόρτα. Όσο κι αν φώναζε, κανείς δεν μπορούσε να τον ακούσει. Μετά πήγε, σκούντησε άγρια την Γκρέτελ να την ξυπνήσει και της είπε:

-«Σήκω, παλιοτεμπέλα, άντε να φέρεις νερό και να μαγειρέψεις κάτι καλό για τον αδερφό σου. Τον έχω κλείσει στο κοτέτσι και θα τον ταΐζουμε καλά ,να παχύνει, για να τον φάω».

Η Γκρέτελ άρχισε να κλαίει με μαύρο δάκρυ, αλλά τα κλάματα σε τίποτα δεν ωφελούσαν. Αναγκάστηκε να κάνει αυτό που έλεγε η μάγισσα.

Από τότε λοιπόν μαγείρευαν το καλύτερο φαγητό για τον κακόμοιρο τον Χάνσελ, ενώ η Γκρέτελ δεν έτρωγε παρά μονάχα ψίχουλα και αποφάγια. Κάθε πρωί η γριά μάγισσα πήγαινε στο κοτέτσι και φώναζε:

-«Χάνσελ, βγάλε έξω το δαχτυλάκι σου, να δω αν πάχυνες για να σε φάω!»

Ο Χάνσελ όμως δεν έβγαζε το δάχτυλο του, αλλά ένα κοκαλάκι απ’ το φαγητό του. Κι η γριά, που δεν έβλεπε ούτε τη μύτη της, απορούσε που το παιδί έτρωγε τόσο και δεν έλεγε να πάρει δράμι. Τέσσερις εβδομάδες πέρασαν έτσι κι ο Χάνσελ ήταν το ίδιο κοκαλιάρης, όπως και στην αρχή. Η μάγισσα όμως έχασε την υπομονή της και δεν ήθελε να περιμένει άλλο.

-«Εμπρός, Γκρέτελ!», φώναξε. «Άντε να φέρεις νερό, γιατί αύριο θα μαγειρέψω τον Χάνσελ, είτε χοντρός είναι είτε αδύνατος».

Αχ, πώς έκλαιγε η καημένη η αδερφούλα κουβαλώντας το νερό. Αχ, πώς κυλούσαν τα δάκρυα στα μάγουλα της!

-«Θεούλη μου καλέ, βοήθησε μας», παρακαλούσε. «Καλύτερα να μας έτρωγαν στο δάσος τ’ άγρια θηρία. Έτσι τουλάχιστον θα είχαμε πεθάνει μαζί».

-«Σταμάτα να μυξοκλαίς», της φώναξε η γριά. «Τα κλάματα και τα παρακάλια δεν πρόκειται να σε βοηθήσουν».

Την άλλη μέρα το πρωί η μάγισσα έστειλε την Γκρέτελ στην αυλή ν’ ανάψει φωτιά και να κρεμάσει από πάνω το καζάνι με το νερό.

-«Πρώτα θα φουρνίσουμε το ψωμί», είπε η γριά μάγισσα. «Ο φούρνος έχει κάψει κιόλας και τα καρβέλια είναι ζυμωμένα».

Και μ’ αυτά τα λόγια έσπρωξε τη δύστυχη την Γκρέτελ μπροστά στο άνοιγμα του φούρνου, απ’ όπου οι φλόγες τινάζονταν ψηλά.

-«Μπες μέσα», πρόσταξε η μάγισσα. «να δεις αν έχει ζεσταθεί καλά, για να φουρνίσουμε το ψωμί». Και όταν η Γκρέτελ θά 'μπαινε μέσα, η γριά θά 'κλεινε αμέσως το πορτάκι του φούρνου και θα την έψηνε για να τη φάει κι αυτήν. Η Γκρέτελ όμως κατάλαβε την πονηριά της και παράστησε την κουτή:

-«Δεν ξέρω πώς να μπω εκεί μέσα. Γιά δείξε μου!»

-«Βρε κουτορνίθι», της είπε η γριά. «Το άνοιγμα είναι τόσο μεγάλο που ακόμα κι εγώ χωράω να μπω μέσα».

Και μ’ αυτά τα λόγια σύρθηκε μέσα στο φούρνο για να δείξει στη μικρή πώς έπρεπε να μπει. Η Γκρέτελ τότε την έσπρωξε μ’ όλη της τη δύναμη, έκλεισε τη σιδερένια πόρτα κι έβαλε το μάνταλο. Πωπώ, τι φωνές ήταν αυτές που ακούστηκαν από μέσα! Να σου σηκώνεται η τρίχα! Η Γκρέτελ όμως έφυγε τρέχοντας κι η κακιά μάγισσα κάηκε ζωντανή μέσα στο φούρνο της.

Κι η Γκρέτελ πήγε γραμμή στο κοτέτσι, άνοιξε την πόρτα κι ελευθέρωσε τον αδερφό της:

-«Χάνσελ, σωθήκαμε, η γριά μάγισσα πάει, κάηκε!» Κι ο Χάνσελ πήδησε έξω απ’ το κοτέτσι, σαν το πουλάκι που του ανοίγουν την πόρτα του κλουβιού. Πόσο χάρηκαν τα δυο παιδιά! Απ’ τον ενθουσιασμό τους αγκαλιάζονταν και φιλιούνταν και χόρευαν. Κι επειδή πια τίποτα δεν είχαν να φοβηθούν, μπήκαν στο σπίτι της μάγισσας και άνοιξαν τα μπαούλα της με τους θησαυρούς της. Τι χρυσάφια, τι μαργαριτάρια, τι πολύτιμα πετράδια!

-«Αυτά είναι ακόμα καλύτερα απ’ τα χαλίκια», είπε ο Χάνσελ και έχωσε στις τσέπες του όσο μπορούσε περισσότερα. Και η Γκρέτελ είπε:

-«Κάτι πρέπει να πάω κι εγώ στο σπίτι». Και γέμισε την ποδίτσα της με μαργαριτάρια.

-«Και τώρα πάμε να φύγουμε, για να βρούμε τρόπο να βγούμε απ’ αυτό το μαγεμένο δάσος», είπε ο Χάνσελ.

Αφού περπάτησαν κάμποσες ώρες, έφτασαν σ’ ένα μεγάλο ποτάμι.

-«Πώς θα περάσουμε απέναντι;», αναρωτήθηκε ο Χάνσελ. «Δεν βλέπω ούτε γέφυρα ούτε τίποτα!»

-«Ούτε καμιά βαρκούλα βλέπω πουθενά», πρόσθεσε η Γκρέτελ. «Αλλά εκεί κάτω κολυμπάει ένα άσπρο παπάκι, κι αν το παρακαλέσουμε, θα μας βοηθήσει». Και φώναξε:

-«Παπί, καλό παπάκι, πάρε μας από δω.
Βόηθα μας να φύγουμε, να πάμε στο καλό».

Το παπάκι πράγματι ήρθε κοντά τους κι ο Χάνσελ ανέβηκε πρώτος στη ράχη του. Ύστερα είπε και στην αδερφή του ν’ ανέβει. Εκείνη όμως αρνήθηκε.

-«Θα είμαστε πολύ βαριοί για το παπάκι. Καλύτερα να μας κουβαλήσει τον έναν μετά τον άλλον».

Πράγματι έτσι κι έγινε. Το καλό παπάκι τούς πέρασε απέναντι και τα παιδιά συνέχισαν το δρόμο τους. Και το δάσος τούς φαινόταν ολοένα και πιο γνώριμο ,ώσπου είδαν από μακριά το σπίτι του πατέρα τους. Τότε άρχισαν να τρέχουν. Και τρέχοντας μπήκαν μέσα κι έπεσαν στην αγκαλιά του πατέρα τους. Ο δύστυχος ο ξυλοκόπος δεν είχε δει άσπρη μέρα από τότε που άφησε τα παιδιά του στο δάσος. Αλλά η κακιά μητριά είχε πεθάνει. Η Γκρέτελ άδειασε τα μαργαριτάρια απ’ την ποδίτσα της κι αυτά κατρακύλησαν στο πάτωμα. Ο Χάνσελ έβγαζε χούφτες - χούφτες τα πολύτιμα πετράδια απ’ τις τσέπες του και τα’ άφηνε να τους κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Κι εδώ τελειώνει το παραμυθάκι, το μαλλί το κουβαράκι. Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη.

Πηγή

ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΓΚΡΙΜΜ -Εκδόσεις ΑΓΡΑ