Ενέργειες

ΝΕΑΠΟΛΗ - ΟΤΑΝ ΗΤΑΝ ΠΡΟΑΣΤΙΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

Από The Stelios Files

1 Εισαγωγή

Χάρτης των Αθηνών του 1837. Φαίνεται η χάραξη των οδών Αιόλου και Ερμού. Η περιοχή της Νεαπόλεως πάνω δεξιά είναι ακόμη αχαρτογράφητη.

Η Νεάπολις υπήρξε κάποτε προάστιο της Αθήνας, σχεδόν αποχωρισμένο από την κύρια μάζα της πόλεως, γι’ αυτό άλλωστε είχε και την ονομασία Νεάπολις, όπως λίγο αργότερα ονομάστηκε Νέα Σφαίρα και το μέρος που κατοικήθηκε κοντά στο Μεταξουργείο. Το γεγονός ότι υπήρξε προάστιο συμπεραίνεται και από την ονομασία ενός βασικού δρόμου της περιοχής, τη σημερινή οδό Εμμανουήλ Μπενάκη, που τα παλιά χρόνια λεγόταν Προαστίου.

2 Στου Όθωνα τα χρόνια

Χάρτης των Αθηνών από έκδοση του 1848. Η περιοχή κάτω από το Λυκαβηττό αρχίζει δειλά να διαμορφώνεται.

Αυτή είναι η εικόνα της Νεαπολέως περί το 1850, όπως αναφέρεται σε απόσπασμα μιας ανέκδοτης πραγματείας από την επίσκεψη και διαμονή στην Ελλάδα των γάλλων συγγραφέων Γουσταύου Φλομπέρ και Μάξιμου Ντυκάν, που δημοσιεύει ο γνωστός δημοσιογράφος Μπάμπης Άννινος στις «σελίδες από τας νεωτέρας Αθήνας», του εκδοτικού οίκου Ελευθερουδάκη, με τον τίτλο «αι Αθήναι του 1850».

Ο Άννινος, αφού δίνει λεπτομερείς περιγραφές της άφιξης των Γάλλων συγγραφέων στο λιμάνι του Πειραιά, σημειώνει τις εντυπώσεις τους από την Αθήνα του 1850, υπογραμμίζοντας, ότι υπήρξαν ενθουσιώδεις προσκυνητές της πόλεως την οποία και ο άλλος συμπατριώτης τους Ριβιέρ, μετά μια δωδεκαετία, χαρακτήριζε ως «μεγάλον χωρίον εξελισσόμενον εις πρωτεύουσαν».

Άλλωστε και ο Εδμόνδος Αμπού υπολόγιζε ότι κατά την περίοδο 1850-1852 «η πόλις δεν περιελάμβανε πλείονας των δισχιλίων οικοδομών». Ο Άννινος αναφέρει την πρώτη ρυμοτόμηση που έγινε από Βαυαρούς μηχανικούς και την χάραξη των δυο κεντρικών αρτηριών, Αιόλου και Ερμού, που διασταυρώνονταν και σχημάτιζαν τέσσερις ορθές γωνίες στο σημείο επαφής, τα τέσσερα τμήματα στα οποία διαιρέθηκε η τότε Αθήνα αστυνομικώς. Για να γνωρίζουν μάλιστα οι πολίτες πού ανήκουν, είχε τοποθετηθεί σε κάθε μια από τις τέσσαρες γωνιές πάσσαλος με την επιγραφή που έφερε τον αριθμό του τμήματος.

Το Α και το Δ που ήταν τα μεσημβρινοδυτικά τμήματα άρχιζαν από την Πλάκα και κατέληγαν στο Θησείο. Ήταν τα πιο συμπαγή από πλευράς πολυάνθρωπων συνοικιών. Τα άλλα δυο, το Β και το Γ, ήταν τα λιγότερο κατοικημένα τμήματα. Έτσι η συνοικία της Νεαπολέως, «η σήμερον πυκνοτάτη και επεκτείνουσα τους πλοκάμους της μέχρι της λεωφόρου Αλεξάνδρας, ήτο είδος τι προαστείου, σχεδόν αποχωρισμένον από της κυρίας μάζης της πόλεως εξ ου και η ονομασία Νεάπολις και οδός Προαστείου».

Στα μέσα του 19ου αιώνα, το 1851, όταν άρχισαν να χτίζονται τα πρώτα σπίτια στη Νεάπολη, ο πληθυσμός της Αθήνας ήταν 24.754, σύμφωνα με τα στοιχεία της τότε απογραφής. Ολόκληρος ο νομός Αττικής είχε 87.962 κατοίκους, η πόλη του Πειραιά 5.247 και όλη η Ελλάδα 998.266. Οι λαϊκές τάξεις φορούσαν ακόμη τις εθνικές ενδυμασίες γι’ αυτό και ο Μπάμπης Άννινος λέει ότι στις πιο πολλές συναθροίσεις λεύκαζε σε μεγάλη αναλογία η φουστανέλα και φεγγοβολούσε ως μετέωρο το κατακόκκινο φέσι, που με τόση χάρη φορούσαν άντρες και γυναίκες, γι’ αυτό και έλεγαν το τραγούδι:

σαν φορείς αυτό το φέσι

με τη φούντα τη χρυσή,

τρέμει ο ουρανός να πέσει

με τ’ αστέρια τον μαζί

Ένας ξένος περιηγητής, ο γάλλος ζωγράφος Μ. Α. Προυστ, που έμεινε στην Αθήνα από το 1858-1859 και όχι μόνο, ζωγράφισε ωραίες εικόνες από την Ελλάδα, που τα σύνορά της έφταναν τότε μέχρι τη Λαμία, αλλά έγραψε και τις εντυπώσεις του σε βιβλίο, επιβεβαιώνοντας τα αναφερόμενα από τον Μπ. Άννινο. Περιγράφοντας την Αθήνα εκείνης της εποχής ο Προυστ λέει, ότι ολόκληρη η πόλη αποτελείται από δυο κεντρικούς δρόμους, την Αιόλου και την Ερμού και ότι γύρω από αυτούς είναι οι τέσσερις συνοικίες, ενώ πιο πέρα σχηματίζεται η Νεάπολις.

Από πολλά στοιχεία σχετικά με την επέκταση της νέας πρωτεύουσας εδραιώνεται η πεποίθηση, ότι η επέκταση της Αθήνας γίνεται εκείνα τα πρώτα χρόνια προς βορρά και προς δυσμάς. Είναι βέβαιο μάλιστα, ότι τότε έρχονται από όλη την Ελλάδα οικοδόμοι και τεχνίτες διαφόρων ειδικοτήτων: ξυλουργοί, μαρμαράδες, χτίστες κ.ά. από νησιά των Κυκλάδων, περιοχές του Μοριά, αλλά και την Ήπειρο. Αυτοί στήνουν ένα δικό τους συνοικισμό έξω από την πόλη, στην περιοχή που περικλείεται από τους σημερινούς γνωστούς δρόμους Ζωοδόχου Πηγής, Θεμιστοκλέους και Ανδρέου Μεταξά από τότε μάλιστα, πριν καν γίνει από τον Δήμο Αθηναίων επίσημη ονοματοθεσία, οι κάτοικοι της περιοχής δίνουν στους δρόμους του συνοικισμού τους ονόματα που έχουν σχέση με την Επανάσταση. Εκεί υπάρχουν μέχρι σήμερα οι οδοί Τζαβέλα, Μεσολογγίου, Μάνης, Ναυαρίνου, Βαλτετσίου, Δερβενίων, Ζαλόγγου, Νικηταρά, Μαυροκορδάτου, Γραβιάς, Κωλέττη, Λόντου, και άλλοι.

Όπως εξηγεί ο αρχιτέκτονας πολεοδόμος Κώστας Μπίρης σε μια έκδοση του 1945, με τον τίτλο «Τοπωνυμικά των Αθηνών», οι δυο αρχιτέκτονες που έκαναν το πρώτο σχέδιο της Αθήνας, ο Σταμάτης Κλεάνθης και ο Εδουάρδος Σάουμπερτ, έδωσαν και τα πρώτα ονόματα στους δρόμους της πόλεως. Επειδή ήταν τότε η εποχή της ακμής του κλασικισμού, ήταν επόμενο και τα πρώτα ονόματα να παρθούν από τους κλασικούς χρόνους της ελληνικής ιστορίας. Η οδός Αθηνάς, λέει ο Μπίρης, η οδός Αιόλου, η οδός Ερμού, η οδός Αριστείδου, η οδός Σοφοκλέους και μερικές άλλες, που χαραχτήκαν από το πρώτο σχέδιο. Από τότε έχουν πάρει και τα ονόματά τους.

Κατά τον Μπίρη τα περισσότερα ονόματα που έδωσαν οι Βαυαροί ήταν παρμένα από την ελληνική αρχαιότητα και μόνο δυο δρόμοι, η οδός Μιαούλη και η οδός Καραϊσκάκη, πήραν τότε τα ονόματα των ηρώων της Επαναστάσεως, που είχαν λείψει, γι’ αυτό και η πλατεία στην οποία κατέληγαν ονομάστηκε πλατεία Ηρώων. Είναι αυτή η πλατεία στη συνοικία του Ψυρή. Οι άλλοι δρόμοι διατηρήσαν και επίσημα τα ονόματα που είχαν από την εποχή της Τουρκοκρατίας.

Κάποια εποχή, μετά την κατά του Όθωνα επανάσταση για την απόκτηση Συντάγματος, έφυγαν οι Βαυαροί υπάλληλοι, και καθιερώθηκε να δίνει ονόματα στους δρόμους το Δημοτικό Συμβούλιο. Και τότε, λέει ο Μπίρης, πολλοί δρόμοι που προϋπήρχαν και ήταν αγροτικοί, αλλά διατηρηθήκαν στο σχέδιο, διατήρησαν και το όνομα που τους είχαν δώσει οι πρώτοι κάτοικοι, όπως έγινε στην περίπτωση των πρώτων δρόμων της Νεαπολέως.

Ο συνοικισμός που δημιουργήθηκε εκείνα τα πρώτα χρόνια από τους τεχνίτες που δούλευαν στην ανέγερση των ανακτόρων του Όθωνα (1836-1840), του Πανεπιστημίου (1837-1843), του Οφθαλμιατρείου (1847), στο πρώτο Πολιτικό νοσοκομείο (1838) και σε πολλά άλλα μεγάλα κτήρια που χτίστηκαν τα αμέσως επόμενα χρόνια, ονομάστηκε Προάστιο. Ανοίχτηκε μάλιστα τότε μια ευθεία οδός προς αυτό, η οδός Προαστίου, που το 1928 με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου μετονομάστηκε σε οδό Εμμανουήλ Μπενάκη.

Η Νεάπολις είχε όριο προς την παλιά πόλη την τότε οδό Βουλεβαρίου, δηλαδή τη σημερινή οδό Ακαδημίας. Τα πρώτα χρόνια, από κει και πάνω προς το λόφο τού Στρέφη, τον Λυκαβηττό και δυτικά προς τον Κυκλοβόρο χείμαρρο, δηλαδή την περιοχή του σημερινού Αρχαιολογικού μουσείου, δεν υπήρχαν καθόλου σπίτια. Αντίθετα υπήρχαν πολλά χωράφια με αμπέλια και ελιές. Από το 1850 άρχισαν να κτίζονται τα πρώτα οικήματα και ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής, αφού βρέθηκαν χρήματα από κάποιες εισφορές. Ο τότε δήμαρχος Σπ. Βενιζέλος έχοντας υπόψη το άμορφο σχέδιο της παλιάς πόλης, λόγω του ότι δεν μπόρεσαν οι δρόμοι να ευθυγραμμισθούν από την παρουσία πολλών σπιτιών, τα οποία και δεν τολμούσε κανείς να κατεδαφίσει, επέστησε την προσοχή στους οικοδομούντες στη Νεάπολη και φρόντισε να τροποποιείται εγκαίρως κάθε ελαττωματική χάραξη δρόμου που δεν ήταν ευθυγραμμισμένος.

Το Σεπτέμβρη του 1850 γίνονται πάλι δημοτικές εκλογές και όλοι τρίβουν τα μάτια τους από τις πρωτάκουστες επεμβάσεις και παρανομίες. Στον εκλογικό κατάλογο σημειώθηκαν τα ονόματα 900 εκλογέων που δεν είχαν καθόλου παρουσιασθεί. Μετά από πολλές αλχημείες, ο τότε βασιλιάς Όθων επέλεξε μεταξύ τριών επικρατέστερων τον Ν. Ζαχαρίτσα, που δεν έμεινε όμως πολύ, γιατί παύτηκε και τον Αύγουστο του 1851 ανέλαβε ο Ιω. Κόνιαρης.

Επί Κόνιαρη έγιναν διάφορα έργα στην πόλη, αλλά ειδικά στη Νεάπολη ιδρύθηκε μια πρόχειρη αγορά από 20 παραπήγματα, για να εξυπηρετούνται οι κάτοικοι που γίνονταν όλο και περισσότεροι, ενώ χτίζονταν νέες κατοικίες.

Η επιδημία της χολέρας που πρωτοεμφανίστηκε το 1854 στον Πειραιά ταλαιπώρησε δυστυχώς, όχι μόνο την παλιά Αθήνα, αλλά και τη Νεάπολη. Τα θύματα ήταν παρά πολλά. Επί δυο ολόκληρους μήνες μάστιζε την πρωτεύουσα και θανάτωσε περί τους 3.000 Αθηναίους και Αθηναίες. Μόνο το Δεκέμβρη έπαυσαν να σημειώνονται άλλα κρούσματα και κάποια μέρα διετάχθη η άρση των έκτακτων υγειονομικών μέτρων.

Με το πέρασμα του χρόνου η ονομασία Νεάπολις περιορίσθηκε μόνο στο βόρειο τμήμα. Το δυτικό πήρε το όνομα Μεταξουργείο από το πρώτο μεταξουργείο, που ανηγέρθη στην περιοχή της σημερινής πλατείας Μεταξουργείου. Η Νεάπολις περιορίστηκε λοιπόν στις περιοχές που περικλείονταν από την οδό Βουλεβαρίου (Ακαδημίας) μέχρι τη σημερινή λεωφόρο Αλεξάνδρας, περιλαμβάνοντας και τις τοποθεσίες Τσακαγιάννη και Πινακωτά, που βρίσκονταν μεταξύ Λυκαβηττού και Στρέφη. Η περιοχή Τσακαγιάννη ήταν στο τέρμα της οδού Ζωοδόχου Πηγής και την οδό Ζωναρά και είχε πάρει το όνομα στα τέλη του 19ου αιώνα από το κατσικάδικο κάποιου Τσακαγιάννη, που υπήρχε εκεί και μάλιστα το εντοπίζουν παλιές περιγραφές στη μεσημβρινή όχθη του Κυκλοβόρου.

Ο Κυκλοβόρος χείμαρρος κατέβαινε από τα Τουρκοβούνια και έφτανε μέχρι τη σημερινή οδό Μάρνη. Ήταν το γνωστό και στους νεότερους κατοίκους της Αθήνας ρέμα της λεωφόρου Αλεξάνδρας, όπου επί πολλά χρόνια είχε στις όχθες του πολλά μαρμαράδικα Τηνιακών μαστόρων, που είχαν εγκατασταθεί στην Αθήνα και δούλευαν στα σπουδαία κτίρια, όπως είναι η τριλογία Πανεπιστήμιο, Ακαδημία, Εθνική Βιβλιοθήκη και άλλα μέγαρα, τα οποία δυστυχώς δεν υπάρχουν σήμερα.

Εκείνα τα χρόνια ανοίχτηκε η οδός Πινακωτών, που το 1898 μετονομάστηκε σε Χαριλάου Τρικούπη, η Ζωοδόχου Πηγής και η Προαστίου, που άρχιζε από την οδό Σταδίου και Αιόλου και έφτανε μέχρι το λόφο του Στρέφη, ενώ μετονομάστηκε σε Εμμ. Μπενάκη το 1928.

3 Η μετά τον Όθωνα εποχή

Τα χρόνια περνούν ο Όθων έχει ήδη εξορισθεί. Ενθρονίζεται βασιλιάς το 1863 ο Γεώργιος ο Α’ και γυναίκα του είναι η Όλγα, κόρη Τσάρου της Ρωσίας. Πολλοί δήμαρχοι έχουν αλλάξει. Αλλά τα προβλήματα, κυρίως της ύδρευσης, παραμένουν άλυτα. Το κέντρο της Αθήνας συγκεντρώνει πάντα το μεγαλύτερο ενδιαφέρον των κυβερνώντων, αλλά οι συνοικίες μεγαλώνουν και συσσωρεύονται πολλά προβλήματα. Στα τέλη του 19ου αιώνα η Νεάπολις έχει καταστεί η κυριότερη συνοικία της πρωτεύουσας, η Βάθεια επίσης συνοικίζεται ακατάπαυστα, το Βαθρακονήσι το ίδιο, το Κολωνάκι και όλη η κάτω από τον Λυκαβηττό έρημη έκταση, έχει περιληφθεί στο σχέδιο πόλεως και χρειάστηκε να κατασκευαστεί η πλατεία Κολωνακίου. Για το λόγο αυτό δόθηκαν πολλές αποζημιώσεις σε ιδιοκτήτες οικοπέδων που απαλλοτριώθηκαν.

Επί δημαρχίας Λάμπρου Καλλιφρονά (1895-1899) έγινε προέκταση της οδού Πινακωτών (σημερινή Χαριλάου Τρικούπη) και σκυροστρώθηκαν πολλοί δρόμοι της περιοχής. Η καθαριότητα κι αυτή οργανώθηκε καλύτερα. Τα κάρα που μάζευαν τα σκουπίδια είχαν γίνει 47 και υπήρχαν ισάριθμοι οδοκαθαριστές. Στους κεντρικούς δρόμους η καθαριότητα ήταν καλύτερη. Στην περιφέρεια όμως οι ακαθαρσίες ήταν ανυπόφορες. Αυτό που παρατηρείτο σε άλλους δρόμους, δηλαδή να είναι λίμνες από ούρα, το ίδιο συνέβαινε και στους δρόμους της Νεαπολέως. Μια βελτίωση σημειώθηκε ενόψει των Ολυμπιακών αγώνων του 1896.

4 Στο λυκαυγές του 20ου αιώνα

Μεγάλη αλλαγή προς το καλύτερο εμφανίζεται από το 1899, που ο Σπύρος Μερκούρης, άλλοτε διευθυντής του Δημοτικού νοσοκομείου, γίνεται δήμαρχος. Η Νεάπολις αλλάζει κι αυτή. Η ύδρευση, που είναι ένα πρόβλημα, δέχεται κάποιες ριζικές βελτιώσεις. Το 1901 συγκεκριμένα έγινε εξαγωγή, καθαρισμός και επανατοποθέτηση των σωλήνων σε πολλούς αθηναϊκούς δρόμους και στη Νεάπολη, στις οδούς Μεθώνης, Ιπποκράτους, Τρικούπη, Ναυαρίνου, ενώ νέες διακλαδώσεις και αντικατάσταση σωλήνων με άλλους μεγαλύτερους γίνεται στην Ιπποκράτους και στη Διδότου. Το 1902 τοποθετούνται νέες διακλαδώσεις στις οδούς Σμολένσκη, Σολωμού, Σκουφά και καθαρίζονται σωλήνες στη Δερβενίων και αλλού.

Τα έργα για την καλύτερη ύδρευση συνεχίζονται, όπως συνεχίζονται και τα έργα οδοποιίας. Το 1901 πολλές ανώνυμοι πάροδοι της Μαυρομιχάλη κατασκευάζονται, ενώ γίνονται έργα και σε τμήμα της οδού Καλλιδρομίου.

5 Οι συγκοινωνίες

Η συνοικία της Νεαπολέως που μεγάλωσε και πυκνοκατοικήθηκε αντιμετώπισε, όπως ήταν φυσικό, συγκοινωνιακά προβλήματα. Από το 1880 στην οδό Ιπποκράτους τοποθετείται ο λεγόμενος τότε «Ιπποσιδηρόδρομος», ένα τραμ δηλαδή που το έσερναν δυο η τέσσερα άλογα. Το αλογοκίνητο αυτό τραμ είχε την αφετηρία του στη Μητρόπολη και τέρμα στη διασταύρωση των οδών Ιπποκράτους και Αραχώβης. Αργότερα τα τραμ έγιναν ηλεκτροκίνητα -μετά το 1908- και το 1911 μπήκε το τραμ αριθμός 10, που έκανε τη συγκοινωνία Ιπποκράτους-Βοτανικός και το 11 που πήγαινε Ιπποκράτους-Κολοκυνθού. Και τα δυο είχαν αφετηρία στο τέρμα της Ιπποκράτους, που έφτανε μέχρι τη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Η Ιπποκράτους δεν ήταν ασφαλτοστρωμένη πριν από το πόλεμο του 1940. Οι γραμμές του τραμ ήταν διπλές. Συχνά όταν έβρεχε κατέβαιναν όγκοι από χώμα και πέτρες από τον Λυκαβηττό και τις σκέπαζαν με αποτέλεσμα να διακόπτεται η συγκοινωνία και ξαναρχίζει μετά από πολλές ώρες, όταν συνεργεία της Πάουερ, της αγγλικής εταιρίας που εκμεταλλευόταν τα τραμ, καθάριζαν τις γραμμές.

Μετά από χρόνια προστέθηκε και μια τρίτη γραμμή συγκοινωνίας με τα ηλεκτροκίνητα τραμ. Είχε τον αριθμό 16 και έκανε τη συγκοινωνία, στην αρχή Ιπποκράτους-Θησείο και μετά Θων-Θησείο, μέσω της οδού Ιπποκράτους. Τα τραμ έκαναν τη συγκοινωνία, όχι μόνο στη Νεάπολη, αλλά σε ολόκληρη την πρωτεύουσα, που στο μεταξύ είχε απλωθεί πολύ, μέχρι τη δεκαετία του ‘50, που αποφασίστηκε, ατυχώς, η κατάργηση τους, ενώ αποδείχτηκε στα μετέπειτα χρόνια, ότι ήταν ένα σπουδαίο μέσο συγκοινωνίας.

6 Τα νταμάρια του Στρέφη και του Λυκαβηττού

Είναι βεβαιωμένο, ότι κατά την ανέγερση οικοδομών στην περιοχή της Νεαπολέως εκείνα τουλάχιστον τα πρώτα δύσκολα χρόνια, που οι ιδιοκτήτες ήθελαν να χτίσουν μια κατοικία και δεν διέθεταν πολλά χρήματα, μεγάλο μέρος των υλικών έπαιρναν από τα νταμάρια του λόφου του Στρέφη. Λέγεται ακόμη ότι έπαιρναν από εκεί οι οικοδόμοι τόσες πολλές πέτρες, που στο λόφο δεν έμεινε τίποτε από το πετρώδες έδαφός του, αλλά μόνο το χώμα. Ο λόφος ανήκε κάποτε στον διατελέσαντα νομάρχη Αττικής Χατζόπουλο. Κάποιοι υποστήριζαν οτι πρέπει να ήταν ο αρχαίος Αγχεσμός ή Άγχεσμος και εκεί πρέπει να υπήρχε ναός του Αγχεσμίου Διός, όπως αναφέρει ο Παυσανίας. Την άποψη αυτή οι υποστηρικτές της την θεμελίωναν και στο ότι πριν φαγωθεί ολόκληρος ο λόφος από τους εργολάβους οικοδομών σωζόταν σ’ ένα σημείο του μια κλίμαξ που έφερε την επιγραφή «Διός Αγχεσμίου». Τα ανωτέρω αναφέρει και υιοθετεί ο πολεοδόμος Κώστας Μπίρης σε βιβλίο του για τα τοπωνύμια.

Ο λόφος του Στρέφη λεγόταν στα χρόνια της τουρκοκρατίας Πινακωτά. ήταν η παραφθορά μιας τούρκικης λέξης, τοπωνύμιου του «Μπινέκντασι», που έλεγαν ότι σημαίνει πέτρα ή υψηλός βράχος. Κάποια εποχή ο λόφος αποκτήθηκε από την παλιά οικογένεια Στρέφη, απόγονος της οποίας είναι η Ελένη Στρέφη-Κουτσοχέρα, χήρα του πολιτικού, άλλοτε υπουργού και γνωστού διανοούμενου ποιητή Γιάννη Κουτσοχέρα. Το 1914 ο λόφος απαλλοτριώθηκε άγνωστο γιατί από το Δημόσιο. Τότε το υπουργείο Γεωργίας άρχισε να φυτεύει πεύκα και να διαμορφώνει κάπως το λόφο. Κατά καιρούς έγιναν πολλά έργα. Τα περισσότερα έγιναν επί κυβερνήσεως Ιω. Μεταξά -1936-1940-, γιατί το 1938 παραχωρήθηκε στο Δήμο Αθηναίων και ο τότε δήμαρχος Κώστας Κοτζιάς, μετέπειτα διοικητής Πρωτευούσης, αποφάσισε να μετατρέψει το λόφο σε μια θαυμάσια καταπράσινη γωνιά αναπαύσεως για τους περιοίκους, αλλά και για τους επισκέπτες που έφταναν από άλλες περιοχές. Απέκτησε ο λόφος παγκάκια, φυλάκιο με υπαλλήλους του υπουργείου Γεωργίας και σε ένα χώρο όπου υπήρχε μια μεγάλη κοιλότητα από την εξόρυξη πέτρας, την εποχή της λεηλασίας του λόφου από ανεξέλεγκτους εργολάβους οικοδομών, δημιουργήθηκε ένα μικρό υπαίθριο θέατρο.

Αναφέρεται σε παλιά βιβλία ιστορικά και άλλες πηγές αξιόπιστες, ότι όταν τελείωσαν οι πέτρες από τα νταμάρια του λόφου του Στρέφη, οι εργολάβοι τράβηξαν εις αναζήτηση πέτρας στο μεγάλο λόφο του Λυκαβηττού, που είχε κι αυτός πολλά βράχια. Πολλοί από τους παλιούς κατοίκους της περιοχής έλεγαν ότι η Νεάπολις, αλλά και το Κολωνάκι, χτίστηκαν από πέτρες του Λυκαβηττού. Εδώ φαίνεται όμως ότι υπήρξαν πιο οργανωμένα λατομεία. Κατάφεραν προφανώς και πήραν κάποιες άδειες και ίδρυσαν κανονικές επιχειρήσεις λατομείων, κάποιος Ισίδωρος ή Σιδέρης Δέρβος, που ήταν συγγενής του τότε καθηγητή της θεολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γεωργίου Δέρβου, ο Νικόλαος Τσόγκας, δυο άλλοι με τα παρατσούκλια Μυκονιάτης και Καβαλάρης, κάποιος Μπασάς ή Πασάς κ.α. Τα νταμάρια εκείνα τα χρόνια έκαναν χρυσές δουλειές, γιατί όλα σχεδόν τα σπίτια χτίζονταν με πέτρα. Επειδή λοιπόν δεν υπήρχαν κατάλληλα μεταφορικά μέσα, προσπαθούσαν να παίρνουν τις πέτρες που τους χρειάζονταν από κοντινά λατομεία. Η Νεάπολις είχε αυτό το προνόμιο. Δυο λόφοι του Λυκαβηττού και του Στρέφη είχαν όσες πέτρες χρειάζονταν.

7 Πηγή

Η ωραία Νεάπολις και τα παρεξηγημένα Εξάρχεια-Γιάννη Καιροφύλα