Ενέργειες

ΚΡΗΤΙΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ

Από The Stelios Files

"κρητική κουζίνα", "τα χόρτα στη κρητική κουζίνα","πετιμέζι","στάκα", "στακοβούτυρο"

1 ΧΟΡΤΑ ΛΑΧΑΝΙΚΑ

Η πλούσια σε εδώδιμα είδη κρητική χλωρίδα παρείχε πάντα στο κρητικό νοικοκυριό τη δυνατότητα μιας φτηνής τροφής. Στις μινωικές τοιχογραφίες φαίνεται έκδηλα η ιδιαίτερη σχέση που είχαν οι παλιοί αυτοί Κρήτες με τη φύση και τα γεννήματα της, καθώς εικονίζονται πολλά φυτά τα οποία διαδραματίζουν έναν εντελώς ιδιαίτερο ρόλο στην καθημερινή ζωή και τη λατρεία. Εκτός από τα βρώσιμα φυτά, τα οποία αποτελούσαν κύρια τροφή για τους Μινωϊτες, υπήρχαν κι εκείνα που αποτελούσαν αντικείμενα λατρείας. Τα κρητικά ιερά δέντρα μεταφέρουν μέσα στους αιώνες μια καταπληκτική μαρτυρία για τη σχέση του Κρητικού - Μινωϊτη με τη φύση. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι τέτοια ιερά δέντρα, που διαδραματίζουν ρόλο στη λαϊκή λατρεία υπάρχουν δεκάδες ακόμη και σήμερα στην Κρήτη.

Στα μεταγενέστερα χρόνια τα χόρτα και τα λαχανικά αποτελούσαν την κυριότερη τροφή των φτωχών και των καλλιεργητών της γης. Άλλα καταναλώνονταν ωμά, όπως τα εύρισκαν στα χωράφια, και άλλα βραστά ή μαγειρευμένα με διάφορους τρόπους. Δεν γνωρίζουμε πώς ακριβώς μαγείρευαν τα χόρτα οι αρχαίοι Κρήτες.

Σε άλλες ελληνικές περιοχές τα χόρτα και τα λαχανικά εθεωρούντο υποδεέστερη τροφή, πιθανότατα λόγω του ότι καταναλώνονταν σε αφθονία:

"εγώ τον αγρόν ιατρόν ελελήθειν έχων. Τρέφει γαρ ούτος ώσπερ αρρωστούντα με, σιτάρια μικρά προσφέρων οίνου δ' όσον οσμήν, λαχάνου τα'αεί και νη τον Δία τα πετραία ταύτ' οψάρια, κάππαριν, θύμον, ασπάραγον, αυτά ταύτα και δέδοικα μη λιάν απισχαίνων με ποίηση νεκρόν" (Φιλήμονος, Άδηλ. Δραμ. ΙΙ,509)

Στα χρόνια των βυζαντινών τα χόρτα "εθεωρούντο ευτελής τροφή δι' ό και οι κοιλιόδουλοι τα απεστρέφοντο" (Κουκoυλέ, Βυζαντινών βίος Ε' σελ. 88-89), Ούτως ή άλλως, όμως, το διαιτολόγιο των Κρητικών ήταν πάντα πλούσιο σε χόρτα και λαχανικά. Οι γευστικές συνήθειες κάθε περιοχής καθόριζαν όχι μόνον τους συνδυασμούς των χορταρικών που προέρχονταν από την κρητική φύση αλλά και τους τρόπους μαγειρέματος. Είναι, πάντως, χαρακτηριστικό ότι όλα σχεδόν τα χορταρικά και τα λαχανικά που αναφέρονται από τους βυζαντινούς συγγραφείς, παραμένουν ακόμη και σήμερα βρώσιμα στην Κρήτη.

1.1 Η "μόλοχος"

των βυζαντινών τρώγεται βραστή ή και τηγανητή (μετά το βράσιμο) ως "σφουγγάτο" με αυγά. Ακόμη και η τσουκνίδα, που καταναλωνόταν κατά την αρχαιότητα και τη βυζαντινή εποχή, τρώγεται σε πολλές περιοχές του νησιού, παρά το ότι και μόνον η επαφή του φυτού με το ανθρώπινο δέρμα προκαλεί ερεθισμό και κνησμό. Στο Μυλοπόταμο τρώγονται οι τρυφεροί βλαστοί της τσουκνίδας ως "σφουγγάτο" αλλά και "γιαχνί" και είναι νοστιμότατοι. Παλαιότερα τρώγονταν και σε πολλές άλλες περιοχές του νησιού, αν και οι γεροντότεροι κάτοικοι του νησιού θυμούνται απλώς από τα παιδικά τους χρόνια, ότι κάποιοι "έτρωγαν τις τσουκνίδες" δυστυχώς, όμως, δεν θυμούνται τους τρόπους με τους οποίους τις μαγείρευαν. Άλλα λαχανικά που αναφέρονται σε βυζαντινά κείμενα και που παραμένουν βρώσιμα στη σημερινή Κρήτη είναι τα λάπαθα, τα βλίτα, οι γαλατσίδες και άλλα πολλά.

Πολλά από τα κρητικά φυτά χρησιμοποιήθηκαν για πολλούς αιώνες στη λαϊκή θεραπευτική, όπως ακριβώς είχαν χρησιμοποιηθεί και από τους σπουδαίους γιατρούς της αρχαιότητας.

Στο Μεσαίωνα τα χόρτα ήταν η τροφή των φτωχών αγροτών της Κρήτης. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως έλειπαν από το τραπέζι των αστών, αλλά οι αστικές οικογένειες μπορούσαν να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη ποικιλία τροφών και περισσότερες γεύσεις. Το μάζεμα των χόρτων από τους αγρούς ήταν , φαίνεται, δουλειά των γυναικών, όπως συνέβαινε και στα νεώτερα χρόνια. Ο Χορτάτζης εκθειάζει τη γυναίκα που "δεν άφηνε δουλειά να τηνε χάση":

Ολημερνίς εμάζωνε χόρτ' απού το λιβάδι Γή έπλαθε γή εκοσκίνιζε γή έφαινεν ως το βράδυ (Πανώρια, Β92-94)

Κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας οι Κρήτες χρησιμοποιούσαν πολύ τα άγρια χόρτα και τα βότανα για την παρασκευή φαρμάκων. Ο Χορτάτζης μιλά για ένα γέρο που...

Με χόρτα λέσι μια 'λοιφή πως κάνει και με γάλα Και μετά κείνη γίνουνται θαμάσματα μεγάλα: Οι μαύρες την αλείφουνται και το ζημιά ξασπρίζου κ' οι γράδες εις τα νιάτα τως πάλι ξαναγυρίζου... (Πανώρια, Α273-277)

Από τα καλλιεργήσιμα λαχανικά είναι γνωστό ότι υπήρχαν τα περισσότερα από κείνα που καλλιεργούνται ακόμη στους Κρητικούς κήπους. Τα χόρτα και τα λαχανικά που καταναλώνονταν ωμά από τους παλαιότερους Κρητικούς είναι εξαιρετικής ποιότητας και σήμερα θωρούνται άριστη τροφή. Συνήθως με τα χόρτα αυτά παρασκεύαζαν σαλάτες οι οποίες συνόδευαν το καθημερινό φαγητό. Τα χόρτα που χρησιμοποιούνται ωμά για την παρασκευή σαλάτας στην Κρήτη είναι:

1.2 Το σταμναγκάθι (Cichοrium Spinosun).

Φάρμακο για τους αρχαίους, όπως μας πληροφορεί ο Διοσκουρίδης, χαίρει -δικαιολογημένα -μεγάλης εκτιμήσεως στην Κρήτη. Συλλέγεται και τρώγεται με λάδι και ξύδι. Το φυτό σταμναγκάθι είναι θάμνος αγκαθωτός, αλλά οι αγκάθες του δεν είναι τόσο αιχμηρές ώστε να καθιστούν δύσκολη την περισυλλογή των μικρών βρώσιμων πράσινων φύλλων του. Η ονομασία του οφείλεται σε μια παλιά συνήθεια των Κρητικών: Με τους θάμνους αυτούς σκέπαζαν τα στόμια των σταμνιών, για να μη μπαίνουν ζωύφια μέσα στο νερό). Όπως συμβαίνει με όλα τα χόρτα της Κρήτης, η παρασκευή της σαλάτας εξαρτάται από τις τοπικές ιδιαιτερότητες και από τη φαντασία της κάθε νοικοκυράς. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που το σταμναγκάθι χρησιμοποιείται αναμεμειγμένο με άλλα άγρια χόρτα, με λίγο κρεμμύδι (χρησιμοποιείται το χλωρό κρεμμύδι και, κυρίως, τα υπέργεια μέρη του) και άνηθο.

Το σταμναγκάθι πέρασε με τη λαϊκή του ονομασία στη λογοτεχνία: " Κράζει ο φονιάς, και ξεπατώνοντας το σταμναγκάθι ρίχνει..." (Οδύσσεια Καζαντζάκη , Α722)

1.3 Το ραδίκιο (Cichorium intibus).

Θεωρείται εκλεκτή τροφή. Ωμό τρώγεται πάντα με ξύδι λόγω της πικρής του γεύσης.

"αν κάμω άχι πρέπει μου, κι αν κλαίω έχω δίκιο γιατί 'καμες το χείλι μου πικρό σαν το ροδίκιο", μας λέει η κρητική μαντινάδα (Λεξικό Πιτυκάκη, Β. σελ. 930)

1.4 Η αγαλατσίδα (Reichardia picroides ).

Είναι η "γαλακτίτις" των βυζαντινών, η "γαλακτίδα" του Mεσαίωνα, η γαλατσίδα ή αγαλατσίδα της σημερινής Κρήτης. Παρετυμολoγικά συνδέθηκε με το γάλα και συχνά την κατανάλωναν οι θηλάζουσες μητέρες, πιστεύοντας ότι τις υποβοηθούσε να "κατεβάσουν γάλα. Η γεύση της είναι υπόγλυκη.

1.5 Η γλιστρίδα (Portulaca Oleracia).

Η γνωστή στην υπόλοιπη Ελλάδα "αντράκλα". Αυτοφυής αλλά και καλλιεργήσιμη στην Κρήτη, αποτελεί σπουδαίο σαλατικό της θερινής περιόδου. Συνήθως οι σαλάτες που γίνονται με ωμή γλιστρίδα είναι πολύ νόστιμες, αφού αναμειγνύεται είτε με μαρούλι, είτε με τομάτα. και αγγούρι, είτε με μαϊντανό και κρεμμύδι, ενώ δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που γίνεται σαλάτα με βραστό αυγό και πατάτα. Σύμφωνα με νεώτερες έρευνες ή υψηλή περιεκτικότητά της σε λιπαρές ουσίες που καταπολεμούν τη χοληστερίνη καθιστά τη γλιστρίδα άριστη και υγιεινή τροφή.

1.6 Οι παπούλες ή ψαρές ή καμπυλιές. (Lathyrus ochrus).

Καλλιεργήσιμο λαχανικό που χρησιμοποιείται κυρίως ως σαλατικό, και, σχεδόν πάντα, ωμό. Η γεύση του είναι υπόπικρη. Κατά την περίοδο Τής Μεγάλης Σαρακοστής αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα νηστίσιμα φαγητά της Κρήτης. Τρώγεται με λάδι και ξύδι, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις αλατίζεται και δεν λαδώνεται (κατά τις νηστίσιμες ημέρες που δεν επιτρέπεται η κατανάλωση ελαίου). Σε πολλές περιοχές της Κρήτης συνοδεύει, μαζί με την επίσης ωμή αγκινάρα, το τοπικό ποτό "τσικουδιά".

2 ΧΟΝΤΡΟΣ ΚΑΙ ΞΥΝΟΧΟΝΤΡΟΣ

2.1 Χόντρος

Αλεσμένο στο χειρόμυλο σιτάρι. Η χρήση του στην κρητική μαγειρική κατά τα παλιότερα χρόνια ήταν ευρύτατη. Τον χόντρο τον χρησιμοποιούσαν σε διάφορα φαγητά και ήταν ιδιαίτερα νόστιμος με τους χοχλιούς.

Η διαφορά του από τον ξινόχροντρο έγκειται στο ότι ο μεν χόντρος είναι σκέτο χειρομυλισμένο σιτάρι ενώ ο ξινόχοντρος ήταν σιτάρι ψημένο σε ξινισμένο γάλα.

Σε πολλές περιπτώσεις ο απλός χόντρος αντικαθιστούσε το ρύζι, κυρίως σε περιοχές που δεν καλλιεργήθηκε ποτέ (ορεινές) αλλά και σε περιόδους που δεν υπήρχε στην τοπική αγορά.

2.2 Ξινόχοντρος

Ένα από τα διαδεδομένα φαγητά της Κρήτης. Παρασκευαζόταν από αλεσμένο σιτάρι και ξινισμένο γάλα και ήταν θαυμάσια τροφή που μπορούσε να την φάει κανείς είτε φρέσκια είτε αποξηραμένη στον ήλιο. Σε μερικές περιοχές της Κρήτης (χωριά του Αμαρίου και του Αγ. Βασιλείου Ρεθύμνου) προτιμούσαν να τον αποξηραίνουν σε σκιερό μέρος.

Η αποξήρανση του ξινόχοντρου δεν ήταν και πολύ εύκολη υπόθεση γιατί... άρεσε πολύ στις γάτες και όπου τον έβρισκαν αφύλακτο... τον εξαφάνιζαν. Οι πιο ευρηματικοί κρεμούσαν μια τάβλα με σχοινιά και εκεί πάνω γίνονταν η αποξήρανση πιο εύκολα, μια και δεν μπορούσαν να σκαρφαλώσουν ως εκεί οι γάτες.

3 ΣΤΑΚΑ

3.1 Εισαγωγικά

Το γάλα (ειδικά το πρόβιο), όταν μείνει μερικές ώρες κάνει επάνω μια κρούστα, τη λεγόμενη τσίπα. Για να φτιάξομε στάκα μαζεύομε την τσίπα κάθε μέρα, τη βάζομε σ' ένα βάζο και τη φυλάμε στο ψυγείο για να μην ξινίσει. Όταν μαζέψομε αρκετή τη βάζομε σ' ένα τσικάλι, την ανακατεύομε με αλεύρι (περίπου 1 κρασοπότηρο σε κάθε μισό κιλό τσίπα) και λίγο αλάτι και την αφήνομε σε σιγανή φωτιά ανακατεύοντας κάθε λίγο μέχρι να βγει το βούτυρο στην επιφάνεια. Μαζεύομε αυτό το βούτυρο, το φυλάμε σ' ένα βάζο και αυτό που μένει είναι η στάκα.

3.2 Στάκα με αυγά

Βάζομε σε ένα τηγάνι περίπου δύο φλυτζάνες τσίπα. Όπως παραπάνω προσθέτομε αλεύρι και αλάτι και ανακατεύομε. Όταν βγάλει το βούτυρο ρίχνομε επάνω ένα-ένα τα αυγά που θέλομε να ψήσομε μάτια χωρίς να τ' ανακατέψομε.

4 Ο ΜΟΥΣΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΤΙΜΕΖΙ

Το αμπέλι είναι γνωστό στην Κρήτη από τα Μινωικά τουλάχιστον χρόνια. Υπάρχει, μάλιστα, ένας πολύ ωραίος μύθος που συνδέει το γιο της Σεμέλης και το θεό του κρασιού, το Διόνυσο, με την Κρήτη. Οι αρχαίοι πίστευαν πως ο Διόνυσος νυμφεύτηκε την κόρη του Μίνωα, την Αριάδνη. Οι Κρήτες της μινωικής εποχής αξιοποίησαν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα προϊόντα της αμπέλου. Παρασκεύασαν κρασί και πετιμέζι, έφτιαξαν γλυκά και συνέδεσαν τον οίνο με την λατρεία.

Στα μεταγενέστερα χρόνια οι Κρήτες παρασκεύασαν τον γλυκίνα, ένα ιδιότυπο γλύκισμα που γινόταν με γλυκό κρασί και λάδι. Ήταν μια πίτα που ίσως και να μοιάζει με τις γνωστές μουστόπιτες ή πετιμεζόπιτες που παρασκευάζονται σήμερα στα μαλεβιζιώτικα χωριά και στην περιοχή της Σητείας.

Σύμφωνα με τον Αθήναιο "γλυκίνας" ήταν "ο δια γλυκέος οίνου και ελαίου πλακούς παρά Κρησίν, ως φασι Σέλευκος εν Γλώσσαις" (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί, ΧIV, 53,645,D)

Στα βυζαντινά χρόνια ο μούστος και το πετιμέζι αποτελούσαν προϊόντα απαραίτητα για την Παρασκευή γλυκισμάτων. Το πετιμέζι ονομαζόταν έψημα και μ' αυτό παρασκεύαζαν γλυκά τα οποία δεν διαφέρουν και πολύ από κείνα που παρασκευάζονται ακόμη και σήμερα σε πολλές ελληνικές περιοχές. Στην Κρήτη το πετιμέζι αποθηκευόταν σε πήλινα (και σε γυάλινα σε μεταγενέστερες εποχές) δοχεία και διατηρείτο όλο το χρόνο. Ήταν απαραίτητο για τους χειμερινούς μήνες, επάλειφαν μ' αυτό τούς τηγανίτες (και τηγανίτους σε άλλες περιοχές), το έβαζαν στα γλυκά αντί για την ζάχαρη και το χρησιμοποιούσαν στα αφεψήματα (αντωναϊδα με πετιμέζι, φασκόμηλο με πετιμέζι κ.α.) Με πετιμέζι έφτιαχναν τα κιοφτέρια (μουσταλευριά ξεραμένη στον ήλιο), τις συκοπεταρίδες, τις κρεμανταλιές κ.α. τα οποία διατηρούσαν για όλο το χειμώνα.

4.1 Πετιμέζι

Παίρνουμε σταφύλια φρέσκα και τα στίβομε. Βάζομε τον χυμό τους σε ένα τσικάλι και μέσα ρίχνομε 1 φλυτζάνα στάχτη ή ασπρόχωμα που έχομε δέσει μέσα σ' ένα καθαρό πανί. Βράζομε το μούστο με τη στάχτη 20-30 λεπτά αφαιρώντας τον αφρό πού σχηματίζεται και μετά τον κατεβάζομε από την φωτιά και τον αφήνομε 12 ώρες να κατασταλάξει. Σουρώνουμε τον μούστο από διπλό τουλουπάνι, φροντίζοντας να μην μετακινήσομε το κατακάθι του, τον βάζομε ξανά στη φωτιά και τον αφήνομε να βράσει ώσπου να πάρει χρώμα και να γίνει ένα πηχτό σιρόπι. Αυτό είναι το πετιμέζι το οποίο χρησιμοποιείται για τηγανίτες, πίτες, μουστοκούλουρα και άλλα γλυκά.

5 Πηγή

"Κρητική Παραδοσιακή Κουζίνα" της Μαρίας & Ν. Ψυλλάκη